Delirium

C'est de la racaille ? Eh bien, j'en suis ! – Alèssi Dell'Umbria

Tag: εργασία

σημειώσεις για την «προσφυγική κρίση»

Προς αποφυγή παρεξηγήσεων και για συγκεκριμένους λόγους που θα τεθούν παρακάτω προτιμώ να μιλάω για «προσφυγικό ζήτημα» και όχι για «προσφυγική κρίση», έναν όρο που χρησιμοποιείται κατ” εξακολούθηση από τα καθεστωτικά μίντια και από αρκετούς συμμετέχοντες στη συζήτηση (στο debate για να είμαστε και λίγο μοντέρνοι) που αφορά τις προσφυγικές εκτοπίσεις και γενικότερα τις μεταναστευτικές κινήσεις πάνω στον πλανήτη.

Η χρήση του όρου «προσφυγική κρίση» αποτελεί μια θεσμική, επίσημη, «ορθολογική» περιγραφή ενός κοινωνικού-οικονομικού ζητήματος που διαστρεβλώνεται εσκεμμένα από την πλευρά του κυρίαρχου λόγου. Όπως όλα τα κοινωνικά ζητήματα στο καπιταλιστικό κύκλωμα του θεάματος ξεφτίζουν από την ουσία τους, τις αιτίες και τα αποτελέσματά τους, έτσι και η «προσφυγική κρίση» αντικειμενικοποιείται με τέτοιο τρόπο από τα μίντια, τους «ειδικούς» και όσους εκφέρουν σχετικό λόγο ώστε αυτό που καταφέρεται είναι μια αποστασιοποίηση από τον πραγματικό πυρήνα του προσφυγικού ζητήματος: η καπιταλιστική κρίση δημιουργεί περιφράξεις, εκτοπίσεις και προετοιμάζει, όπως έχει δείξει η αιματηρή ιστορία των «κρίσεών» της, νέες πρωταρχικές συσσωρεύσεις κέρδους. Για τον αντικαπιταλιστικό λόγο τουλάχιστον, δεν πρέπει να υπάρχει «προσφυγική κρίση» παρά μόνο καπιταλιστική.

Οι τόνοι της «Αποκάλυψης» με την οποία φορτίζεται η σχετική συζήτηση, τόσο από την «ξενοφοβική δεξιά» όσο και από την «προοδευτική αριστερά», υπερ-δραματοποιούν, κατασκευάζουν φόβο, στοχεύουν στην κινηματική παράλυση, συμβάλλουν με λίγα λόγια στην απενεχοποίηση του Κεφαλαίου ως σχέση και ως φονική μηχανή αναπαραγωγής της ανθρώπινης ζωής. Ο George Caffentzis είχε εύστοχα διαβάσει γύρω στο 1980 τις υπόνοιες της συζήτησης γύρω από την «πετρελαϊκή κρίση» του 1973. Έλεγε τότε πως κάθε φορά που το μοντέλο της εκμετάλλευσης γίνεται ανυπόφορο και χρειάζεται να βρει διέξοδο, να αναδιαρθρωθεί, το Κεφάλαιο κάνει νύξεις για την ανθρώπινη θνησιμότητα, ότι δηλαδή έρχεται το τέλος του κόσμου. Το τέλος του κόσμου δεν ήρθε τότε όπως δεν θα έρθει και τώρα, τουλάχιστον όπως θέλει να το παρουσιάσει το σχέδιο της παγκόσμιας καπιταλιστικής μηχανής.

Τότε, το κεντρικό επιχείρημα ήταν η σπάνη των αγαθών, τώρα το επιχείρημα διαρθρώνεται γύρω από την σπάνη της ανθρώπινης ζωής, το πόσο ευάλωτη και εύθραυστη είναι – μία από τις λίγες βεβαιότητες αυτής της ζωής (ο θάνατος) γίνεται στα χέρια του Κεφαλαίου ένας καθεστωτικός εκβιασμός, μια φυσιολογική απειλή με …μεταφυσικές διαστάσεις: «κοίτα τι γίνεται με τους πρόσφυγες, σειρά έχετε οι υπόλοιποι».

re_migr_welcome

Παρά τις προσφυγικές απώλειες σε θάλασσα και στεριά, παρά τον θάνατο που θέλει να διαχειριστεί (και μ” αυτόν ν” απειλήσει) η πολιτική έκφραση του Κεφαλαίου που, μεταξύ άλλων, αποκαλείται ως «Ευρώπη-Φρούριο», υπάρχει μια πραγματικότητα που αποκρύπτεται στις διάφορες αναλύσεις του ζητήματος, ένα δεδομένο γύρω από το οποίο διαμορφώνεται το σύγχρονο προλεταριάτο. Σύμφωνα με στοιχεία που πρόερχονται από έναν θεσμικό οργανισμό όπως είναι ο ΟΗΕ, ένας στους 122 κατοίκους του πλανήτη είτε είναι πρόσφυγας, είτε εκτοπισμένος εσωτερικά (στη χώρα γέννησής του) ή αναζητά άσυλο. Με όρους πληθυσμού, θα μιλούσαμε για την 24η μεγαλύτερη χώρα του κόσμου. Με κοινωνικο-οικονομικούς όρους θα μιλούσαμε για έναν ανηλεή πόλεμο που έχει εξαπολύσει το κεφαλαιοκρατικό σύστημα παραγωγής, για μια παγκόσμια διεύρυνση του κράτους έκτακτης ανάγκης για το οποίο έγραφε ο Βάλτερ Μπένγιαμιν και το οποίο συνεχίζει να θεμελιώνεται σε μεγαλύτερα στρώματα καταπιεσμένων.

Η εργατική διαχείριση των προσφυγικών και μεταναστευτικών ρευμάτων, ανομολόγητη ως τέτοια από θεσμικά και παρα-θεσμικά όργανα, έχει ήδη στηθεί καμιά δεκαριά χρόνια πριν. Ο σχετικός μηχανισμός όπως εξηγεί ο Αποστόλης Φωτιάδης δεν έχει στηθεί για να «λύσει» το ζήτημα: από τη μια το νομικό πλαίσιο του ασύλου, των κέντρων υποδοχής και της πολιτικής των απελάσεων και από την άλλη η χρηματοδότηση των (στρατιωτικών και αστυνομικών) επιχειρήσεων που λειτουργούν επιθετικά και αποτρεπτικά αναπαράγοντας συστηματικά μια πολεμική βιομηχανία.

Οι κυρίαρχοι κρατικοί και υπερ-κρατικοί διαχειριστές μέσα από το επίσημό οργανό τους, την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, άρχισαν από τον Μάιο να ανακοινώνουν τις προθέσεις τους που δεν είναι άλλες από την περαιτέρω στρατιωτικοποίηση των συνόρων και από τον έλεγχο των μεταναστευτικών ροών: με τοποθέτηση αξιωματούχων σε τρίτες χώρες για τη συλλογή και ανάλυση πληροφοριών σχετικά με τις μετακινήσεις, δημιουργείται ένα σύγχρονο πολιτικό καθεστώς αποικιοκρατίας, ένα διευρυμένο δια-κρατικό στρατόπεδο διαχείρισης εργατών.

Το ασφυκτικό αυτό πλαίσιο για τον κόσμο της εργασίας έχει στόχο να δυσχεράνει την ταξική πάλη από την πλευρά των μετακινούμενων προλεταριακών στρωμάτων. Γι” αυτό και η οργάνωση της θεσμικής συζήτησης γύρω από το προσφυγικό ζήτημα γίνεται με τους όρους που αναφέρθηκαν πρωτύτερα. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το «debate» για την χρήση του όρου «πρόσφυγας» ή «μετανάστης» το οποίο στήθηκε σχεδόν ταυτόχρονα με τις ανακοινώσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής λόγω των αυξανόμενων προσφυγικών ναυαγίων που δημοσιοποιούνταν.

Από τη μια πλευρά το δίκτυο Al Jazeera με τη δημόσια τοποθέτησή του για την επιλογή της λέξης «πρόσφυγας» αντί «μετανάστης», ξετύλιξε έναν συλλογισμό που αναφερόταν στην χώρα προέλευσης των ανθρώπων που φτάνουν στη Μεσόγειο (Συρία, Αφγανιστάν, Ιράκ, Λιβύη, Ερυθραία, Σομαλία κλπ) και στις συνθήκες που τους ώθησαν να φύγουν. Το κύριο επιχείρημα είναι ότι οι περισσότεροι από αυτούς απέδρασαν από τον κίνδυνο του πολέμου και άρα πρέπει να ονομάζονται ως αυτό που είναι θεσμικά και νομικά: πρόσφυγες. Η χρήση του όρου «μετανάστης», επισημαίνει το Al Jazeera, έχει τελείως απονοηματοδοτηθεί από τα μίντια και τις πολιτικές ελίτ ενώ έχει καταντήσει να σημαίνει έναν απλό αριθμό, έναν όρο που χρησιμοποιείται «αρνητικά» στη βάση του ρατσισμού, με λίγα λόγια αποτελεί μια «ενόχληση» (nuisance). Το διεθνές δίκτυο καταλήγει λέγοντας ότι δεν θέλει να συμβάλλει στην παραπάνω παραπλανητική διαδικασία, δίνοντας πάτημα σ” όλους αυτούς που «βλέπουν» μόνο οικονομικούς μετανάστες.

Στη διάκριση μεταξύ αυτών των δύο όρων, επιμένει και η Υπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες (UNHCR), αναφερόμενη στα νομικά δικαιώματα και τις νομικές ευθύνες που έχει κάθε κράτος, σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο, απέναντι στην ιδιότητα του πρόσφυγα. Για τους μετανάστες, σημειώνει, το κάθε κράτος μεμονωμένα διατηρεί διαφορετική νομοθεσία και διαφορετικές πολιτικές.

Η διάκριση αυτή σε δικαιακό και συνεπώς σε πολιτικό επίπεδο εξαφανίζει την «οικονομία» της μετανάστευσης και της προσφυγιάς που δεν είναι άλλη από την πυροδότηση κρίσεων και εκτοπίσεων των καπιταλιστικών μηχανισμών της δύσης σε συνεργασία με ντόπια, διεφθαρμένα καθεστώτα, στα πλαίσια αποικιοκρατικών πολιτικών που βοηθούν το Κεφάλαιο να αυτο-αξιοποιηθεί.

Την ίδια στιγμή, το να χρησιμοποιείται ο όρος «πρόσφυγας» σε βάρος του «μετανάστη», υποβιβάζει μια μακρά μεταναστευτική ιστορία, βάζει σε λήθη τις αιτίες εκτόπισης και μετακίνησης της εργατικής τάξης εκεί όπου το κεφάλαιο δημιουργεί τον χωροχρόνο του, το πλαίσιο εκμετάλλευσής του.

Ο ΟΗΕ μπορεί να δηλώνει κατηγορηματικά ότι «οι μετανάστες δεν επιλέγουν να μετακινηθούν εξαιτίας μιας άμεσης απειλής ή λόγω κινδύνου της ζωής τους […] δεν αντιμετωπίζουν τα ίδια εμπόδια με τους πρόσφυγες στο να επιστρέψουν […] συνεχίζουν να απολαμβάνουν την προστασία της κυβέρνησής τους», ωστόσο, οι ριψοκίνδυνες επιλογές ενός οικονομικού μετανάστη από χώρες όπως το Πακιστάν, το Κασμίρ ή αλλού είναι προδιαγεγραμμένες λόγω της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης που λειτουργεί καταλυτικά στη δίωξή του. Οι προηγούμενες γενιές μεταναστών εργατών γεννιούνται σε χώρες όπου ο πολιτικός αυταρχισμός και η ένταση του οικονομικού πολέμου δεν τους αφήνουν άλλη επιλογή.

Μπορεί οι σφαίρες να μην σφυρίζουν στ” αυτιά τους (μπορεί όχι με την ίδια συχνότητα και ένταση), μπορεί «το επείγον» τους να μην είναι το ίδιο μ” εκείνο των προσφύγων, ωστόσο κρίνοντας από την προσοδοφόρα βιομηχανία απελάσεων που τρέφει το σκέλος της ευρωπαϊκής γραφειοκρατίας, αντιλαμβάνεται κανείς ότι τεράστια κομμάτια του παγκόσμιου προλεταριάτου εξωθούνται συστηματικά εκ νέου σε συνθήκες αβίωτες, σε συνθήκες που τους ωθούν να πάρουν το ρίσκο ενός φονικού ταξιδιού, στα χέρια κάποιου διακινητή (άλλος ένας κρίκος της αλυσίδας, όχι βέβαια της τάξεως της κρατικής ισχύος, που κερδίζει από τις εκτοπίσεις της εργατικής τάξης).

Ο πόλεμος από τον οποίο αποδρούν οι Σύροι και άλλοι πρόσφυγες είναι πραγματικός. Πρόκειται για τον ίδιο, πραγματικό και βιωμένο μέχρι το μεδούλι οικονομικό πόλεμο που έχει εξαπολύσει ο καπιταλισμός των ημερών μας στην παγκόσμια εργατική τάξη, στους μετανάστες σ” όλο τον κόσμο. Η συζήτηση για την προσφυγική ή μεταναστευτική ιδιότητα έρχεται να «θολώσει» αυτόν τον πόλεμο, επιχειρεί στο όνομα «των ανθρώπινων δικαιωμάτων» να αφανίσει την πραγματικότητα της ταξικής πάλης και των πρωταγωνιστών της.

Το κείμενο δημοσιεύτηκε στις 29 Σεπτεμβρίου στο thecricket.gr

φιλίζι, feel easy, is living easy;

mt

πανηγύρι

i. οι πλάτες των κοριτσιών είναι σαν ανοιχτά βιβλία όπου μπορεί κανείς να διαβάσει μια ερωτική ιστορία. η μόνη βοήθεια που μπορεί να ξεδιαλύνει κάπως το μυστήριο είναι ο ιδρώτας​ που ξεκινάει από τον αυχένα και καταλήγει προς τη μέση. και πάλι, χρειάζεται σχολαστική παρακολούθηση.

οι ώμοι από την άλλη, στρογγυλοί και προκλητικοί στο να κρατηθείς, να γραπωθείς γερά, είναι προτιμότερο να αφήνονται ελεύθεροι. ή μήπως όχι, δεν είμαι και σίγουρος.

ii. αν αιωρηθείς από πάνω βλέπεις ομόκεντρους κύκλους – όλοι γυρνάνε γύρω γύρω από τον έρωτα πιασμένοι χέρι χέρι. βέβαια, όπως είναι φυσικό κανείς δεν τηρεί ομόκεντρη τροχιά: σφήνες, αποχωρήσεις, είσοδοι, ασύμμετρα τα σκιρτήματα, το μελίσσι χορεύει πάνω σε αρχαία άγνοια. «πάμε να χορέψουμε».

οι μεγάλοι, βράχοι αγάλματα γενιά παλιά, παρόλο που έχουν στερέψει από έρωτα, σα να παραφυλάνε. από τις άσπρες πλαστικές καρέκλες τους, από τα πεζούλια, κουρασμένοι δικαστές που δεν θέλησαν ν’ ακολουθήσουν τον δρόμο που πήραν παρά μόνο αυτόν που ανοίγεται προκλητικά μπροστά τους: ο χορός σέρνει τον κόσμο μπροστά, αναβάλλει τον θάνατο.

μοναξιά

η μοναξιά είναι ένα μεγάλο τέρας, είναι σαν ολόγραμμα (το δικό μας). υπάρχει πολύ πριν τον άνθρωπο, μια ριζωμένη γήινη δύναμη – από την ίδια όμως ξεφυτρώνει οτιδήποτε την κάνει να εξαφανίζεται για λίγο ή πολύ: η επιθυμία για τον άλλον, το κοίταγμα, το επίμονο κοίταγμα, ο θαυμασμός, η κάβλα, η ατζαμοσύνη μιας πρώτης επαφής, η εμμονή μιας φαντασίωσης, η γύμνια του μεσημεριού, η κάβλα πριν και μετά.

η μοναξιά αυτοκτόνησε ένα καλοκαίρι.

μικρά παιδιά

μικρά παιδιά, έφηβοι, μιλάνε λες και είναι πίσω από μια καρέκλα γραφείου πολυεθνικής επιχείρησης ή χρηματιστηριακού γραφείου. εξηγούν με περίσσια υπευθυνότητα το πως θα νοικιάσουν το σπίτι των σπουδών τους, το πώς θα το γεμίσουν με έπιπλα, με διακόσμηση και απλώνουν οικονομίστικους σχεδιασμούς προορισμένους να μην αποτύχουν και να πετύχουν το πολυπόθητο αποτέλεσμα: να ξεπεράσουν τους γονείς τους σε σκουριά και να συμβάλλουν στο σταμάτημα του να πηδιέσαι από νωρίς στη ζωή σου. αν το τελευταίο συνεχιστεί, τότε θα μιλάμε για το τέλος της ανθρώπινης ιστορίας, και χωρίς ίχνος οργασμού μάλιστα.

καντίνα

(απέξω) πάντοτε έχει κάποιο ενδιαφέρον να περιεργάζεσαι το χρυσομαύρισμα ενός κορμιού, τις τρίχες που ξάνθυνε ο ήλιος στα χέρια, το πίσω μέρος του λαιμού, στα σημεία που φυτρώνουν λίγες, εκεί φαίνεται όλη η τρυφερότητα με την οποία φέρεται ο ήλιος, τα μαλλιά που δείχνουν ότι ένας άνθρωπος προέρχεται από τη θάλασσα, μεγαλώνει στην άμμο και τα αρμυρίκια και επιστρέφει ξανά όταν τα κύματα χάσουν την ορμή τους. πάντοτε έχει κάποιο λογοτεχνικό ενδιαφέρον ο χρόνος της αναμονής στην καντίνα πριν από τον πρώτο καφέ.

(απομέσα) καλημέρα, τι θέλετε; ωραία, μισό λεπτάκι. δέκα βήματα πίσω δεξιά στη μηχανή του εσπρέσο. μισό βήμα αριστερά πάγος, λίγη ζάχαρη, πέφτει έξω θα καθαρίσω μετά δε γαμιέται, σέηκερ βζζζζ, δευτερόλεπτα που φεύγουν και δεν ξανάρχονται, λίγος αφρός, καπάκι πλαστικό, καλαμάκι, ορίστε τα ρέστα σας, έτοιμη για μια νέα εργασιακή εμπειρία ζω το μύθο μου στην ελλάδα: μπύρα ναι, τι μπύρα;, έφτασε, μισό λεπτάκι. παρακαλώ, τι θέλετε;

παγκράτιο το παράλιο

καπιταλισμός είναι εκείνες οι συνθήκες που χρόνο με τον χρόνο ξεριζώνουν τους κέδρους, τ’ αρμυρίκια, ρίχνουν τσιμέντα που οδηγούν σε γήπεδα, επιδίδονται στο αναπτυξιακό άθλημα της τεχνητής σκιάς και θάβουν τ’ αρχεία με τα φυσικά μονοπάτια για να ξεχαστεί τελείως η περιπλάνηση. καπιταλισμός όπως λέει ο αεικίνητος αγγελής είναι η εξαφάνιση του κρίνου της θάλασσας η αλλιώς του παγκράτιου του παράλιου. πρόλαβα μου το ‘δειξε δεν έχω παράπονο.

περί καταμερισμού

ο καταμερισμός της εργασίας γύρω από την παραλία και τη θάλασσα είναι στα χέρια μας. κάθε μέρα μπορεί να είναι διαφορετικός, πιο ενδιαφέρων, ένα βήμα πιο μακριά από τον τεηλορισμό και από κάτι υποστηρικτές του που κουνάνε υπερήφανα τις αλυσίδες τους: «πόσο να κάτσεις πια, μετά σκουριάζεις, αρχίζει και σου λείπει το τρέξιμο». πόσο σαμποτάζ χρειάζεται στα εγκεφαλικά κύτταρα άραγε;

(refugees welcome, υπάρχει πολλή ζωή πεταμένη ν’ αδράξετε)

δάφνη – βύρωνας σαράντα λεπτά

Δάφνη 11:26

Ξεκινώ από μια γειτονιά που ορισμένα σπίτια είναι χαμηλά ακόμη, στένσιλ στους τοίχους με το αλφάδι της αναρχίας «ο Λάμπρος είναι ένας από μας», ο Φούντας είχε σκοτωθεί εκεί κοντά κάπου. Υπάρχει μια στρογγυλή πλατεία που χωράει ίσα ίσα ένα περίπτερο και ένα παγκάκι που χθες το βράδυ κάθονταν δυο-τρεις πιτσιρικάδες, μοιάζει λίγο σαν αδιέξοδη αυτή η πλατεία.

Περπατάω την Κουντουριώτου, δεξιά και αριστερά τα σπίτια θυμίζουν επαρχία, χωριό, κάποιες φανερές αυλές κάποιες κρυμμένες, ένα μίνι μάρκετ σε όλο αυτόν τον δρόμο με κρεμασμένες αθλητικές φυλλάδες και τις φάτσες της πραγματικής διακυβέρνησης του χωριού, της πόλης, του εθνικού μας του κορμού -να μια καλή διατύπωση-. Ησυχία έχει, πολλή ησυχία, κάνεις να δεις μέσα από κανα παράθυρο μήπως υπάρχει λίγο ζωή, τίποτα ιδιαίτερο, κάποιοι γέροι με κανα-δυο σακούλεςστα χέρια. Παιδιά πουθενά, καμιά φωνή να σπάσει την πολλή ησυχία.

Τα παιδιά είναι στα σχολεία.

Φτάνω κοντά στη Βουλιαγμένης, από πριν ξέρω το δρόμο και τον θόρυβό του οπότε παίρνω τα κατάλληλα μέτρα αντιφάσεων. Ενορχηστρώνω θυμό, αηδία και κυνισμό μαζί με οικειότητα, έλεγχο και άνεση. Γελάω με τα άδεια μαγαζάκια όπως και αυτά γελάνε μαζί μου, κάποτε οι συναλλαγές μας ήταν οι γνωριμίες μας και η ανθρωπινότητά μας έστεκε στις βιτρίνες, άλλαζε ανάλογα με την εποχή και τη μόδα και όταν είχε εκπτώσεις αγαπιόμαστε ακόμα πιο πολύ. Πολλή εργασία πίσω απ’ όλα αυτά, κόπος χωρίς αλληλεγγύη όμως είναι πλούτος ανέγγιχτος. Και αρπαγμένος από λίγους.

Περνάω και την Ηλιουπόλεως, κάτι πεζοδρομάκια μ’ ένα τρίκυκλο, κοντά στο εργοστάσιο της Πυρκάλ, μπαίνω σιγά σιγά στον υμηττό. Και δω τα σπίτια χαμηλά, αυλίτσες και παρααυλίτσες και κάτι λιγοστοί γέροι στα καφενεία. Μαζεύω ανάσες για να φτάσω στο Αστυνομικό Τμήμα Βύρωνα στην Καλλιπόλεως, εκεί πάνω απ’ το Παπαστράτειο κάτι καταλήψεις θυμάμαι από παλιά. Σηκώνω τ’ όπλο μου να βγάλω τη θέα, ανταμοιβή επειδή κουράστηκα λίγο, θέα χωρίς εκκλησία δε γίνεται, δε θέλω να την βγάλω αλλά δεν έχω κι άλλη επιλογή. Μόνο όταν γυρίζω πίσω, στον τοίχο, βλέπω: «Δεν Θέλω Να».

Πάλι ο τοίχος με γλιτώνει.

Κατηφορίζω προς Βύρωνα, πιο γνώριμα λημέρια, καλημερίζω τον ΟΑΕΔ της γειτονιάς, με καλημερίζει κι αυτός μ’ ένα κρατικό σημείωμα που θέλει την ουρά αναμονής να ξεκινά από την οδό χρυσοστόμου σμύρνης, ανηφοριά πέμπτο σύννεφο δεξιά στη διασταύρωση με το βαρομετρικό χαμηλό.

«Διατηρείτε σειρά προτεραιότητας».

Βύρωνας 12:06.

Η ζωή στα χωράφια

σημειώσεις από έναν αστικό κώλο

Αυτό το καλοκαίρι, η ζωή στα χωράφια κύλησε όπως μάλλον κυλά τα τελευταία χρόνια σε κάθε γωνιά της τιμημένης ελληνικής υπαίθρου˙ αυτής ντε, της ευλογημένης με λαχανικά και φρούτα, με μπόλικο ήλιο, τίγκα στο χώμα και την πέτρα, με αφεντικά α’ και β’ διαλογής και με εργάτες παντός καιρού.

Μετανάστες βέβαια, μην πάει ο νου σας στο κακό.

Οι έλληνες είναι «φτιαγμένοι» για τις πιο ελαφριές σωματικά εργασίες, με σημείο εκκίνησης παντός τύπου διαταγή, υπόδειξη ή «ορμήνεια». Μόνο κάτι πιτσιρικάδες, μετρημένοι στις ρόδες ενός τρακτέρ, κάνουν κανα χαρτζιλίκι πλάι σε συνομηλίκους τους αλβανούς, βούλγαρους, αφρικανούς. Μην πάει (πάλι) ο νους σας στο κακό, αυτό γίνεται με διαφορετικούς όρους βέβαια, άλλο μεροκάματο, άλλη μεταχείριση και λοιπά.

για μια φυσιολογία της εργασίας

horafia_1Αλήθεια τώρα, ποια μικρο-μεσο-whatever αστική πλατούλα μπορεί πραγματικά να καταλάβει την αντοχή που χρειάζεται η γη όταν δουλεύεις πάνω της, ιδίως όταν δεν το κάνεις για τον εαυτό σου ή για να το μοιράζεσαι με άλλους, αλλά για χίλια δύο μικρομεσαία ή και τρισμέγιστα αφεντικά της ελληνικής υπαίθρου;

Αλήθεια τώρα, για να απαντήσουμε, μόνο ο μετανάστης εργάτης γης μπορεί να δώσει μια, κάποια απάντηση. Οπωσδήποτε, όχι μία που θα βρίσκεται κοντά στην σωματο-ψυχοσύνθεση της ντόπιας εργατικής διανόησης.

Το ελάχιστο που μπορεί να συνεισφέρει ένας αστικός κώλος σε μια περιγραφή της φυσιολογίας της εργασίας στα χωράφια είναι ότι πρόκειται για μια βαριά ζωή: σήκω 6 ώρα το πρωί, πήγαινε στην πλατεία να περιμένεις να σε πάρει το αφεντικό για δουλειά -αν δεν σε πάρει, σημαίνει ότι κάτι του έχεις κάνει, ενδεχομένως πήρες κανα ρεπό και διέκοψες το ρεκόρ συνεχόμενων ημερών που επιτάσσει η δουλειά, οι παραγγελίες και τα σούπερ-μάρκετ που πρέπει να είναι γεμάτα, γιατί η κατανάλωση τελευταία έχει ξεφύγει, λέμε τώρα-, μπες στο χωράφι με το θειάφι και ξεκίνα να κόβεις ντομάτα, πιπεριές, μελιτζάνες, όλα τα καλά.

Για το επόμενο 8ωρο η επίκυψη είναι η κυρίαρχη σωματική στάση εργασίας που είναι απαραίτητη για το περιδιαβαίνειν ανάμεσα στα χαριτωμένα, γεμάτα θειάφι και φάρμακα φυτά και το επακόλουθο κόψιμο των καρπών.

Επίκυψη όχι στατική και άχαρη, αλλά συνδυασμένη με το τράβηγμα ενός τελάρου (σε όπισθεν πορεία) που ολοένα γεμίζει και βαραίνει από τον ευλογημένο καρπό.

Σε ένα δεύτερο αλλά όχι ήσσονος σημασίας επίπεδο, η επόμενη σωματική απαίτηση για την ταχεία και αποδοτική (ευρύτερα μιλώντας «αναπτυξιακή») αποκομιδή του καρπού, είναι η μπαμ μπαμ κίνηση του καρπού των δαχτύλων του χεριού του ώμου, που με περισσή τσακαλοσύνη αρπάζει τον καρπό και τον τοποθετεί στο τελάρο.

Οι χρόνοι όλων αυτών των κινήσεων δεν ποικίλλουν, δεν υπάρχει με άλλα λόγια χρόνος για καλλιτεχνίες. Υπάρχει το αόρατο χέρι της αγοράς, που τελικά δεν είναι τόσο αόρατο – δια γυμνού οφθαλμού είναι οι έμποροι, οι μεσάζοντες και οι υπεραγορές που παραγγέλνουν όποτε «πρέπει», παραγγέλνοντας παράλληλα στον εργάτη γης περισσότερη εντατικοποίηση εργασίας: «πιο γρήγορα», επιμήκυνση ωραρίου (ο καύσωνας δεν είναι ανασχετικό στοιχείο 8ώρου διότι «οι μετανάστες αντέχουν, είναι σκυλιά») και διάφορα άλλα φυσιολογικά για την φυσιολογία των αγροτικών εργασιών.

Για τα πόδια και την ορθοστασία, δεν συντρέχει λόγος περιγραφής, βάλτε τη φαντασία σας να δουλέψει (καλύτερα από το να δουλεύει το σώμα, πιστέψτε το).

    φιγούρες και κουβέντες

Οι φιγούρες στην ελληνική αγροτική ύπαιθρο είναι μια ιστορία η καθεμιά από μόνη της˙ όλες μαζί συνθέτουν ένα τμήμα της εργατικής ιστορίας και της κοινωνικής υφής του ελληνικού κράτους στη μεταπολίτευση.

«Δεν βλέπουμε συχνά έλληνες να δουλεύουν στα χωράφια σαν και μας. Οι συνομήλικοί μου ούτε που θέλουν ν’ ακούσουν για χωράφι. Ο νους τους όλο στα μηχανάκια είναι. Ακόμη και μερικοί που έχουν οι πατεράδες τους κτήματα μου πουλάνε μούρη ότι δουλεύουν και κουράζονται. Εγώ πληρώνω τα φροντιστήρια μου, πληρώνω για το σπίτι, πληρώνω όπου υπάρχει ανάγκη», λέει ο αλβανός 17χρονος Κλ.

Τα αλβανικά χέρια που κόβουν ντομάτες και κουβαλάνε καρπούζια από το πρωί μέχρι το βράδυ, είναι μερικά από εκείνα τα χέρια που έχτισαν όλη την αθήνα την ώρα που ο οργασμός των ολυμπιακών αγώνων ήθελε τους ντόπιους να γίνονται δικηγόροι, γιατροί, διαχειριστές της επικοινωνίας και της αίγλης.

Ο κατ’ επίφαση αλβανικός κομμουνισμός, «σκατά με κρεμμύδια», όπως τον περιέγραφαν κάποιοι μεγαλύτεροι αλβανοί, σε συνεργασία με τα μούτρα του ελληνικού καπιταλισμού έστειλε φθηνό εργατικό δυναμικό στην ξεχωριστή γενιά των ελλήνων wannabe αφεντικών.

«Δουλέψαμε πολύ και σκληρά, στην Αθήνα, την Χαλκίδα όπου είχε δουλειά. Τα μεροκάματα τότε ήταν πολύ καλύτερα μέχρι και 60 ευρώ αλλά δεν είχαμε πάντα ασφάλιση, ανάλογα το αφεντικό. Θυμάμαι μια φορά όταν ήταν το ΠΑΣΟΚ πάνω, δουλεύαμε σ’ ένα νησί για έναν στο κόμμα – πρώτη και τελευταία φορά είχα ζήσει κάτι τέτοιο. Αφού τελειώσαμε τη δουλειά, μας έκανε ένα τραπέζωμα (σ’ όλους τους εργάτες) να μας ευχαριστήσει… πολύ ενδιαφέρονταν για μας τότε…», λέει ο Α.

Τα μεροκάματα στην Αλβανία (οικοδομές, δημόσια έργα, σερβιτοριλίκια κ.λπ) αυτήν την ώρα που μιλάμε είναι γύρω στα 6 ευρώ την ημέρα, μ’ ένα κόστος ζωής που ιδίως στις πόλεις κάνει απαγορευτική την παραμονή και τη διαβίωση. «Αμα πας στα Τίρανα, θα δεις κόσμο να ψάχνει στα σκουπίδια», λένε.

«Είναι καλοί εργάτες, σκληροί, αντέχουν», λένε οι ντόπιοι. Το μεροκάματό τους δεν πέφτει κάτω από τα 25 ευρώ αλλά καμιά φορά τσαντίζονται όταν τα αφεντικά υποτιμούν την «εργατικότητά τους» δίνοντας χαμηλότερα μεροκάματα σε πακιστανούς ή αφρικανούς. Είναι εκείνες οι συχνές στιγμές που η ταξική συγκρότηση πάει περίπατο – η κάθε εθνότητα διαπραγματεύεται διαφορετικά με το αφεντικό.

Στην ουσία οι διαδρομές, η σκληρότητα και οι δυσκολίες αλλάζουν. Άλλοτε έρχεσαι περπατώντας από τη βόρεια Αλβανία, περνώντας την Πίνδο και άλλοτε δίνεις 4.000 δολάρια σε δουλέμπορο για τη διαδρομή Ερυθραία-Ελλάδα. Αλλά μπροστά στην ανάγκη της επιβίωσης, οι διαδρομές ξεχνιούνται, οι παρεξηγήσεις γεννιούνται, η εθνική ταυτότητα συνδεδεμένη με την εξασφάλιση μεροκάματου αλλοιώνει τον διεθνιστικό χαρακτήρα της εργατικής συνείδησης και τάξης.

horafia2Οι κουβέντες όμως είναι κουβέντες, οι ματιές είναι ακόμη ανθρώπινες˙ μπορεί να μην υπάρχει πολιτική οργάνωση αντάξια των προοπτικών του κομμουνιστικού θεωρήματος και της κοινωνικής αυτοδιαχείρισης που οι αστικοί μας κώλοι διαβάζουν δώθε κείθε, ωστόσο η συνείδηση είναι εκεί: η ιστορία των καταπιεσμένων δεν ξεχνιέται εύκολα, είναι βίωμα συνεχές, συσσωρεύεται, ξεσπάει, καταστέλλεται, παραδίδεται, εξεγείρεται, ζει.

Ένας shqiptar (έτσι αποκαλούνται μεταξύ τους οι αλβανοί και έτσι με αποκαλούσαν για όσο καιρό βρέθηκα δίπλα τους) μου έδειξε μια μέρα τον ιδρώτα στο καπέλο του. «Κοίτα πως έχει γίνει, βλέπεις; Είναι σαν τη γραμμή των βουνών εκεί πάνω», είπε δείχνοντας την κορυφογραμμή του βουνού πάνω από το χωράφι.

Μια άλλη μέρα, ένας άλλος shqiptar, τη στιγμή που όλοι κοιτούν πόση ώρα έχει μείνει για το σχόλασμα (αξεπέραστη εργατική συνήθεια που είτε σε γεμίζει κουράγιο όταν ο χρόνος που απομένει είναι λίγος είτε σ’ απογοητεύει αν είναι περισσότερος απ΄ότι περίμενες), «εξεγείρεται».

«Μαλακίες, κάθε μέρα τα ίδια. Τι κοιτάμε πόση ώρα έχει μείνει; Νομίζουμε ότι χαιρόμαστε όμως αυτό που συμβαίνει είναι ότι μετράμε τα λεπτά της ζωής μας που φεύγουν και δεν ξανάρχονται».

Δημοσιεύτηκε  στο thecricket.gr στις 12 Σεπτεμβρίου 2014

Αρέσει σε %d bloggers: