Delirium

C'est de la racaille ? Eh bien, j'en suis ! – Alèssi Dell'Umbria

Κατηγορία: Uncategorized

Η ζωή στα χωράφια

σημειώσεις από έναν αστικό κώλο

Αυτό το καλοκαίρι, η ζωή στα χωράφια κύλησε όπως μάλλον κυλά τα τελευταία χρόνια σε κάθε γωνιά της τιμημένης ελληνικής υπαίθρου˙ αυτής ντε, της ευλογημένης με λαχανικά και φρούτα, με μπόλικο ήλιο, τίγκα στο χώμα και την πέτρα, με αφεντικά α’ και β’ διαλογής και με εργάτες παντός καιρού.

Μετανάστες βέβαια, μην πάει ο νου σας στο κακό.

Οι έλληνες είναι «φτιαγμένοι» για τις πιο ελαφριές σωματικά εργασίες, με σημείο εκκίνησης παντός τύπου διαταγή, υπόδειξη ή «ορμήνεια». Μόνο κάτι πιτσιρικάδες, μετρημένοι στις ρόδες ενός τρακτέρ, κάνουν κανα χαρτζιλίκι πλάι σε συνομηλίκους τους αλβανούς, βούλγαρους, αφρικανούς. Μην πάει (πάλι) ο νους σας στο κακό, αυτό γίνεται με διαφορετικούς όρους βέβαια, άλλο μεροκάματο, άλλη μεταχείριση και λοιπά.

για μια φυσιολογία της εργασίας

horafia_1Αλήθεια τώρα, ποια μικρο-μεσο-whatever αστική πλατούλα μπορεί πραγματικά να καταλάβει την αντοχή που χρειάζεται η γη όταν δουλεύεις πάνω της, ιδίως όταν δεν το κάνεις για τον εαυτό σου ή για να το μοιράζεσαι με άλλους, αλλά για χίλια δύο μικρομεσαία ή και τρισμέγιστα αφεντικά της ελληνικής υπαίθρου;

Αλήθεια τώρα, για να απαντήσουμε, μόνο ο μετανάστης εργάτης γης μπορεί να δώσει μια, κάποια απάντηση. Οπωσδήποτε, όχι μία που θα βρίσκεται κοντά στην σωματο-ψυχοσύνθεση της ντόπιας εργατικής διανόησης.

Το ελάχιστο που μπορεί να συνεισφέρει ένας αστικός κώλος σε μια περιγραφή της φυσιολογίας της εργασίας στα χωράφια είναι ότι πρόκειται για μια βαριά ζωή: σήκω 6 ώρα το πρωί, πήγαινε στην πλατεία να περιμένεις να σε πάρει το αφεντικό για δουλειά -αν δεν σε πάρει, σημαίνει ότι κάτι του έχεις κάνει, ενδεχομένως πήρες κανα ρεπό και διέκοψες το ρεκόρ συνεχόμενων ημερών που επιτάσσει η δουλειά, οι παραγγελίες και τα σούπερ-μάρκετ που πρέπει να είναι γεμάτα, γιατί η κατανάλωση τελευταία έχει ξεφύγει, λέμε τώρα-, μπες στο χωράφι με το θειάφι και ξεκίνα να κόβεις ντομάτα, πιπεριές, μελιτζάνες, όλα τα καλά.

Για το επόμενο 8ωρο η επίκυψη είναι η κυρίαρχη σωματική στάση εργασίας που είναι απαραίτητη για το περιδιαβαίνειν ανάμεσα στα χαριτωμένα, γεμάτα θειάφι και φάρμακα φυτά και το επακόλουθο κόψιμο των καρπών.

Επίκυψη όχι στατική και άχαρη, αλλά συνδυασμένη με το τράβηγμα ενός τελάρου (σε όπισθεν πορεία) που ολοένα γεμίζει και βαραίνει από τον ευλογημένο καρπό.

Σε ένα δεύτερο αλλά όχι ήσσονος σημασίας επίπεδο, η επόμενη σωματική απαίτηση για την ταχεία και αποδοτική (ευρύτερα μιλώντας «αναπτυξιακή») αποκομιδή του καρπού, είναι η μπαμ μπαμ κίνηση του καρπού των δαχτύλων του χεριού του ώμου, που με περισσή τσακαλοσύνη αρπάζει τον καρπό και τον τοποθετεί στο τελάρο.

Οι χρόνοι όλων αυτών των κινήσεων δεν ποικίλλουν, δεν υπάρχει με άλλα λόγια χρόνος για καλλιτεχνίες. Υπάρχει το αόρατο χέρι της αγοράς, που τελικά δεν είναι τόσο αόρατο – δια γυμνού οφθαλμού είναι οι έμποροι, οι μεσάζοντες και οι υπεραγορές που παραγγέλνουν όποτε «πρέπει», παραγγέλνοντας παράλληλα στον εργάτη γης περισσότερη εντατικοποίηση εργασίας: «πιο γρήγορα», επιμήκυνση ωραρίου (ο καύσωνας δεν είναι ανασχετικό στοιχείο 8ώρου διότι «οι μετανάστες αντέχουν, είναι σκυλιά») και διάφορα άλλα φυσιολογικά για την φυσιολογία των αγροτικών εργασιών.

Για τα πόδια και την ορθοστασία, δεν συντρέχει λόγος περιγραφής, βάλτε τη φαντασία σας να δουλέψει (καλύτερα από το να δουλεύει το σώμα, πιστέψτε το).

    φιγούρες και κουβέντες

Οι φιγούρες στην ελληνική αγροτική ύπαιθρο είναι μια ιστορία η καθεμιά από μόνη της˙ όλες μαζί συνθέτουν ένα τμήμα της εργατικής ιστορίας και της κοινωνικής υφής του ελληνικού κράτους στη μεταπολίτευση.

«Δεν βλέπουμε συχνά έλληνες να δουλεύουν στα χωράφια σαν και μας. Οι συνομήλικοί μου ούτε που θέλουν ν’ ακούσουν για χωράφι. Ο νους τους όλο στα μηχανάκια είναι. Ακόμη και μερικοί που έχουν οι πατεράδες τους κτήματα μου πουλάνε μούρη ότι δουλεύουν και κουράζονται. Εγώ πληρώνω τα φροντιστήρια μου, πληρώνω για το σπίτι, πληρώνω όπου υπάρχει ανάγκη», λέει ο αλβανός 17χρονος Κλ.

Τα αλβανικά χέρια που κόβουν ντομάτες και κουβαλάνε καρπούζια από το πρωί μέχρι το βράδυ, είναι μερικά από εκείνα τα χέρια που έχτισαν όλη την αθήνα την ώρα που ο οργασμός των ολυμπιακών αγώνων ήθελε τους ντόπιους να γίνονται δικηγόροι, γιατροί, διαχειριστές της επικοινωνίας και της αίγλης.

Ο κατ’ επίφαση αλβανικός κομμουνισμός, «σκατά με κρεμμύδια», όπως τον περιέγραφαν κάποιοι μεγαλύτεροι αλβανοί, σε συνεργασία με τα μούτρα του ελληνικού καπιταλισμού έστειλε φθηνό εργατικό δυναμικό στην ξεχωριστή γενιά των ελλήνων wannabe αφεντικών.

«Δουλέψαμε πολύ και σκληρά, στην Αθήνα, την Χαλκίδα όπου είχε δουλειά. Τα μεροκάματα τότε ήταν πολύ καλύτερα μέχρι και 60 ευρώ αλλά δεν είχαμε πάντα ασφάλιση, ανάλογα το αφεντικό. Θυμάμαι μια φορά όταν ήταν το ΠΑΣΟΚ πάνω, δουλεύαμε σ’ ένα νησί για έναν στο κόμμα – πρώτη και τελευταία φορά είχα ζήσει κάτι τέτοιο. Αφού τελειώσαμε τη δουλειά, μας έκανε ένα τραπέζωμα (σ’ όλους τους εργάτες) να μας ευχαριστήσει… πολύ ενδιαφέρονταν για μας τότε…», λέει ο Α.

Τα μεροκάματα στην Αλβανία (οικοδομές, δημόσια έργα, σερβιτοριλίκια κ.λπ) αυτήν την ώρα που μιλάμε είναι γύρω στα 6 ευρώ την ημέρα, μ’ ένα κόστος ζωής που ιδίως στις πόλεις κάνει απαγορευτική την παραμονή και τη διαβίωση. «Αμα πας στα Τίρανα, θα δεις κόσμο να ψάχνει στα σκουπίδια», λένε.

«Είναι καλοί εργάτες, σκληροί, αντέχουν», λένε οι ντόπιοι. Το μεροκάματό τους δεν πέφτει κάτω από τα 25 ευρώ αλλά καμιά φορά τσαντίζονται όταν τα αφεντικά υποτιμούν την «εργατικότητά τους» δίνοντας χαμηλότερα μεροκάματα σε πακιστανούς ή αφρικανούς. Είναι εκείνες οι συχνές στιγμές που η ταξική συγκρότηση πάει περίπατο – η κάθε εθνότητα διαπραγματεύεται διαφορετικά με το αφεντικό.

Στην ουσία οι διαδρομές, η σκληρότητα και οι δυσκολίες αλλάζουν. Άλλοτε έρχεσαι περπατώντας από τη βόρεια Αλβανία, περνώντας την Πίνδο και άλλοτε δίνεις 4.000 δολάρια σε δουλέμπορο για τη διαδρομή Ερυθραία-Ελλάδα. Αλλά μπροστά στην ανάγκη της επιβίωσης, οι διαδρομές ξεχνιούνται, οι παρεξηγήσεις γεννιούνται, η εθνική ταυτότητα συνδεδεμένη με την εξασφάλιση μεροκάματου αλλοιώνει τον διεθνιστικό χαρακτήρα της εργατικής συνείδησης και τάξης.

horafia2Οι κουβέντες όμως είναι κουβέντες, οι ματιές είναι ακόμη ανθρώπινες˙ μπορεί να μην υπάρχει πολιτική οργάνωση αντάξια των προοπτικών του κομμουνιστικού θεωρήματος και της κοινωνικής αυτοδιαχείρισης που οι αστικοί μας κώλοι διαβάζουν δώθε κείθε, ωστόσο η συνείδηση είναι εκεί: η ιστορία των καταπιεσμένων δεν ξεχνιέται εύκολα, είναι βίωμα συνεχές, συσσωρεύεται, ξεσπάει, καταστέλλεται, παραδίδεται, εξεγείρεται, ζει.

Ένας shqiptar (έτσι αποκαλούνται μεταξύ τους οι αλβανοί και έτσι με αποκαλούσαν για όσο καιρό βρέθηκα δίπλα τους) μου έδειξε μια μέρα τον ιδρώτα στο καπέλο του. «Κοίτα πως έχει γίνει, βλέπεις; Είναι σαν τη γραμμή των βουνών εκεί πάνω», είπε δείχνοντας την κορυφογραμμή του βουνού πάνω από το χωράφι.

Μια άλλη μέρα, ένας άλλος shqiptar, τη στιγμή που όλοι κοιτούν πόση ώρα έχει μείνει για το σχόλασμα (αξεπέραστη εργατική συνήθεια που είτε σε γεμίζει κουράγιο όταν ο χρόνος που απομένει είναι λίγος είτε σ’ απογοητεύει αν είναι περισσότερος απ΄ότι περίμενες), «εξεγείρεται».

«Μαλακίες, κάθε μέρα τα ίδια. Τι κοιτάμε πόση ώρα έχει μείνει; Νομίζουμε ότι χαιρόμαστε όμως αυτό που συμβαίνει είναι ότι μετράμε τα λεπτά της ζωής μας που φεύγουν και δεν ξανάρχονται».

Δημοσιεύτηκε  στο thecricket.gr στις 12 Σεπτεμβρίου 2014

για τον Σ.

somniaphobia Σ΄ένα κελί στο Πέραμα τα μάτια ενός εργάτη από μακρινό μέρος ανοιγοκλείνουν ανθεκτικά μπροστά σε κάγκελα, μπάτσους και όπλα. Στ’ αυτιά του δεν φτάνουν οι ντουντούκες του εκλογικού τσίρκου που έχει στηθεί παραδίπλα στο κελί του. Πως όλοι ρε είναι τόσο σίγουροι ποια φωνή ακούγεται πιο δυνατά; Αν υπήρχαν μεγάφωνα για τις φωνές των φυλακών, θα μάτωνε το κεφάλι μας από την πίεση του ήχου.

Η ελευθερία είναι ένα περίεργο πράμα που κάνει την ψυχή να λειτουργεί όπως ακριβώς η καρδιά: συστολή – διαστολή. Έτσι και ο Σ., συστέλλεται μες το κελί, διαστέλλεται όταν σκέφτεται ότι θέλει να δει τον γιο του. Συστέλλεται άμα του δώσεις ένα τσιγάρο, διαστέλλεται όταν σε κερνάει μια μπίρα. Συστέλλεται άμα σε βλέπει στενοχωρημένο, διαστέλλεται όταν σε κάνει να γελάς.

Συστολή, διαστολή.

Πρέπει, λένε, να ζήσεις τη «ζωή στην ολότητά της». Κενή θεωρητική ασχήμια, όταν κομμάτια μας φυλακίζονται μέρα με τη μέρα,  όταν οι ματιές μας αστράφτουν καχύποπτες και οι φλέβες σκάνε στο ναρκοπέδιο εδώ γύρω – στην ολότητά της η ζωή είναι ένα «φυσιολογικότατο», επομένως, ένα σκληρό ζήτημα.

«Καταλαβαίνετε», έλεγε απολογητικά ο Μπρεχτ.

«Μόνο και μόνο εξ’αιτίας της αναταραχής που όλο πλήθαινε // στις πολιτείες μας με την πάλη των τάξεων // μερικοί απο ‘μας αποφασίσαμε τα χρόνια τούτα // να μη μιλάμε πια για πολιτείες θαλασσινές, // για χιόνια πάνω στη σκεπή, για τις γυναίκες, // για τ’ άρωμα των ώριμων μήλων στο κελάρι, // για της σάρκας τις αισθήσεις // για όλα όσα κάνουν τον άνθρωπο απαλό κι ανθρώπινο».

Καταλαβαίνουμε, μάλλον.

Οι Σ. αυτού του κόσμου μιλάνε καλύτερα για τη ζωή στην ολότητά της.

οζίρκγ

Υπάρχει μια ιστορία που ο μύθος λέει ότι μεταφέρεται ψιθυριστά από τοίχο σε τοίχο, στις γειτονιές που μεγαλώνουμε και γινόμαστε τρανοί, από κάθε άποψη και από καμία συγχρόνως.

Η ιστορία αυτή είναι και δεν είναι ανθρώπινη, έχει και δεν έχει μιλιά δικήgkrizo της, γελάει με ψυχή ή γελάει απλά για το είδωλο. Είναι η ιστορία του γκρίζου, του χρώματος που δεν παιδεύεται να γίνει άσπρο ούτε μαύρο, παλεύει να γίνει άντρας αλλά να μείνει και παιδί, μια εκθαμβωτική γυναίκα με την ψυχή τρελοκόριτσου που δεν δίνει δεκάρα, η ιστορία του γκρι.

Το γκρίζο λοιπόν εμφανίζεται στις φλέβες των τοίχων που φουσκώνουν και ξεφουσκώνουν σε κάθε πιθανή αλλαγή θερμοκρασίας στα δωμάτια. Δίνει την εντύπωση ότι είναι έτοιμο να εκραγεί όταν οι αγκαλιές το παρακάνουν και όταν τα γέλια τυλίγουν το κρεβάτι σαν καπνός τσιγάρου, του πρώτου που ανάβεις όταν πατάς σε νέα γη.

Από το ψυγείο που ακούγεται το βράδυ στη σιωπή, και το ασανσέρ που ανεβοκατεβαίνει, στο τρόλεϊ που παλεύει να επιταχύνει με το ηλεκτρικό ρεύμα, εκεί, μέσα από τα κλειστά βλέφαρα το γκρίζο περιμένει υπομονετικά να κυλήσει.

«Εγκλώβισα μέσα μου τις λάμψεις και τις ταχυκαρδίες, τις υποθερμίες και την υποτονικότητα και έχω αυτή την υπέροχη δυνατότητα να ξανακοιτάω μέσα μου και να μη βλέπω τίποτα από όσα αραίωσα και εξαφάνισα».

Η ιστορία ενός χρώματος που δεν έχει την παραμικρή δύναμη είναι η ιστορία εκείνου ή εκείνης που θα την αφηγηθεί.

αυτά πάνω-κάτω

Πώς να γεμίσεις τα κενά που έφτιαξες, εκείνα που μεγάλωσαν απότομα γιατί η καρδιά σου έκοβε βόλτες σε πιο γοητευτικά μέρη

 σ’ έναν ορίζοντα που φαντάστηκες, μια κάποια φορά, από τότε όλα ήταν εξωτικά

Μάλλον δεν είμαστε τίποτα όταν μετέωροι ψάχνουμε να βρούμε τους αναγκαίους σφυγμούς για να πούμε μια γλυκιά κουβέντα

μια αληθινά παγωμένη επιφάνεια που σε καταλαβαίνει, και νοιάζεται να σ’ αγκαλιάσει. φαύλος κύκλος

Σφιγμένα δόντια έξω, κάθε μέρα περνάς δίπλα από αυτονόητα.  Ορίστε λοιπόν τα κρύα παγκάκια και οι άνθρωποι τους να ταίζουν περιστέρια

σε μια κόλλα χαρτί τυλιγμένοι άνθρωποι, που τους τύλιξαν άλλοι άνθρωποι. Από πόλεμο σε πόλεμο.

Να βάλουν τα γέλια όσοι το έχουν ανάγκη. να  κάνουν τόσο θόρυβο ώσπου να τους περάσουν για τρελούς και να τους αφήσουν στην ησυχία τους.

να κάνουμε έρωτα σε μια διαστημική κάψουλα, αν τα πράματα είναι ανυπόφορα εδώ κάτω.

αυτά πάνω-κάτω

η γεωλογία είναι τέτοια που επιτρέπει τις αιωρήσεις

 

Image

Αρέσει σε %d bloggers: