Delirium

C'est de la racaille ? Eh bien, j'en suis ! – Alèssi Dell'Umbria

Κατηγορία: Uncategorized

βικτώρια σημαίνει νίκη

7745999104_53236f0cfe_z

Cuddly Little Owl, Flickr

λοιπόν φίλοι, τα γράφω τώρα που είμαι σα θολή μαστίχα αν και, έννοια σας μαλακισμένα, σε κανα δυο μέρες θα είμαι πάλι διαφανής, κρίσταλ κλίαρ. Έχει στριφογυρίσει κάποια φλέβα που οδηγεί στην καρδιά τις τελευταίες μέρες και δεν την έχω πάρει χαμπάρι, αλλά μ’ ενοχλεί και με την καρδιά δεν παίζουνε ως γνωστό ε; δυο μέρες δυο διαφορετικών χρόνων ξεκουβάλησαν σκοτεινιές και μας κάνουν τσαλιμάκια ξερω γω.

για πάμε λίγο: η βικτώρια έφυγε πριν από δύο νομίζω μέρες. Την πέτυχα κάμποσα χρόνια πριν όταν μου πε «χρηστάκο, τα μαθες ε; σώθηκα». Τότε είχε σωθεί με πολύ κόπο, τώρα όμως όχι. Η βικτώρια ήταν το πρώτο μου κορίτσι, σε αυτήν οφείλω ερωτική διαπαιδαγώγηση ανάμεσα στις πρώτες μεγάλες κάβλες, στις πρώτες τεράστιες ντροπές και στην πρώτη αγωνία που τότε εκείνη την εποχή, και μόνο εκείνη, χωρούσε σ’ ένα δικό της ξεβαμμένο γκρι τζιν νούμερο 29 παρακαλώ. της άρεσε αυτό το τζιν, γι’ αυτό και μου το δωσε. Η βικτώρια μπορούσε να γελάει από το πρωί μέχρι το βράδυ γι’ αυτό κιόλας ένα βράδυ σ’ ένα πάρτι, καθισμένοι σε μια άδεια κουζίνα κοίταζα λοξά τα πλακάκια με τα κολληματικά σχεδια που έχουν οι κουζίνες ενώ στην ουσία ο νους μου ήταν πως θα επισκεφτώ με τη γλώσσα μου το χαμογελαστό στόμα της. Με την βικτώρια σε μια κατάσταση έκτακτης ανάγκης έχω φορέσει μποξεράκι, κάλτσες, μάρτινς, φανέλα, φούτερ, φλάι, σκουφί σε 5 δευτερόλεπτα. Με την βικτώρια να με περιμένει στο τέλος της συναυλίας που έπαιζα εγώ και τα τσουλούφια μου, τρώγαμε σουβλάκια στο πάρκο, με αυτό το κορίτσι και τις αφιερώσεις στις κασέττες να είναι η λογοτεχνία των ραντεβού, η εφηβεία γλίστρησε ερωτευμένα. Όπως θα έπρεπε δηλαδή, και ξανά αν γύρναγα τον χρόνο, πάλι θα έγραφα στα θρανία χου και βου ίσον λου φου ε.

Βικτώρια σημαίνει νίκη ρε, πως δεν το σκέφτηκα αυτές τις δύο μέρες, έτσι νιώθω: νίκη, βικτώρια, victoria, victory.

Και στα παγωμένα πεζοδρόμια της βικτώριας, κάτω και πάνω από τις κουβέρτες, δεν υπάρχει χρόνος πριν και χρόνος μετά. Υπάρχει χρόνος τώρα, μετράει από την ώρα που μαζευτήκαμε να δώσουμε λίγες κουβέντες κουβέρτες μέσα από τις κούτες μας, έχεις φάει σοκολάτες με μαροκινούς που τραγουδάνε κάτι για τον καινούριο χρόνο, εμένα μου φάνηκε σαν ύμνος σε κάποια ομάδα, φουλ το πέταλο αλητεία και φωνή, εκτός έδρας, ελλάδα. Θα φάει ένα άκυρο στο ρεπορτάζ ο γλείφτης από το σκάι γιατί του αξίζει η νίκη μας, δεν του ανήκει του ρουφιάνου, κι ο γιώργος δεν μπορεί ν’ αντέξει το relocation πρόγραμμα γιατί άμα φύγει η λ. κι ο μικρός πως θα την παλέψει που κοιμάται και ξυπνάει με τις φάτσες τους. Νίκη. Πήγα κι ένα ζηλοτέηπ στην ελένη, νίκη, ο βαγγέλης μοίραζε, εξηγούσε, τον ρούφηξε η φάση, έδιωχνε τον «πρόεδρο ομπάμα» που τσίμπησε μια σακακιά και ο κόκορας ξαναρχόταν στην ουρά. «όλα εσύ τα παίρνεις ρε, να πάρει και κανας άλλος». Κι αυτό νίκη, και επί «προέδρου» αυτή τη φορά. Ρε, ηρεμήστε, θα έρθουν οι μπάτσοι, και δε γουστάρουμε τις φάτσες τους, «i don’t like it here man», κι αυτό νίκη, να ξέρεις ότι δε γουστάρεις εδώ, εκεί, αυτούς.

Βικτώρια σημαίνει νίκη. Victoria. Victory.

υστερόγραφο 1: η μιζέρια ως γνωστό αγαπάει τη μιζέρια. Άμα την είδες έτσι το ’15, θα την φας και το ’16 και δε θα σε χαλάσει και καθόλου. Και έτσι πάει δηλαδή, προσέξτε τι τρώτε, τι θα φάτε και τα ρέστα.

υστερόγραφο 2: οι νίκες μας είναι τίγκα στις ήττες, γι’ αυτό είμαστε γεμάτοι νίκες.

υστερόγραφο 3: Βικτώρια σημαίνει νίκη. Victoria. Victory. Το πιο αξιόπιστο λεξικό αγαπητοί τελεολόγοι είναι της καρδιάς.

υστερόγραφο 4 και γραφικό: έτσι μου ρχεται να πω i’m out, να πετάξω το μικρόφωνο κάτω για να απαντήσουν οι εχθροί με τις ρίμες τους. Αλλά θα πνιγούν οι μαλάκες, θα τους κοπεί η λαλιά.

Advertisements

τζιν λεμόνι ράιοτ

birthday

The Birthday, Marc Chagall (1915)

 

παραμένει στον αέρα πάνω από τις ταράτσες

μετέωρος και αποκλεισμένος

από τη γη και το βάρος

τα λεπτά κυλούν

ξεκινά να μετρά αντίστροφα

θέλει να πέσει σαν τρελός

η φυσική έχει γίνει αφύσικη

ένα ατύχημα χρειάζεται

εύχεται μια αμείλικτη πτώση

για προσγείωση ούτε λόγος

*

το μόνο πράγμα που έχει στο μυαλό του είναι να καταφέρει να κρατηθεί από το ψηλό σκαμπό του μπαρ ή αν δεν τα καταφέρει, τουλάχιστον από την μπάρα κι ας κρέμεται ανάποδα σαν νυχτερίδα (αν παρατηρήσεις καλύτερα, τα μάτια του είναι καρφωμένα στην πόρτα και κάθε φορά που ακούγεται ο ήχος γκλιν γκλιν ανοίγει η πόρτα και δυστυχώς ξεχνιέται και χαλαρώνει το γράπωμα, δε θα ήθελε σε καμία περίπτωση να κολλήσει στο ταβάνι και να προκαλέσει περαιτέρω αντιδράσεις γύρω γύρω)

θέλει κάπως αφόρητα να τη δει να πιουν μαζί να τα πουν να κυκλοφορήσει το αλκοόλ στο αίμα και να επιστρέψει το βάρος σαν δύναμη που κάνει τους ανθρώπους να ακουμπάνε στη γη και να γρατζουνάνε επιφυλακτικά ένα ριφάκι στο πεντάγραμμο της ευθείας που συνδέει τα μάτια τους.

*

ενα τζιν λεμόνι, ένα δεύτερο

μπορείς να μην χαμογελάς μέσα στο στόμα μου σε παρακαλώ;

θα κάνω ό,τι θέλω

ένας κόσμος έχει ανέβει πάνω στα δακρυγόνα και χορεύει

κάνει ό,τι θελήσει

μπορείς να μην χαμογελάς μέσα στο στόμα μου σε παρακαλώ;

θα κάνω ό,τι θέλεις

ένα τζιν λεμόνι και ένα δεύτερο

(θα κάνουμε ό,τι θέλουμε)

φιλίζι, feel easy, is living easy;

mt

πανηγύρι

i. οι πλάτες των κοριτσιών είναι σαν ανοιχτά βιβλία όπου μπορεί κανείς να διαβάσει μια ερωτική ιστορία. η μόνη βοήθεια που μπορεί να ξεδιαλύνει κάπως το μυστήριο είναι ο ιδρώτας​ που ξεκινάει από τον αυχένα και καταλήγει προς τη μέση. και πάλι, χρειάζεται σχολαστική παρακολούθηση.

οι ώμοι από την άλλη, στρογγυλοί και προκλητικοί στο να κρατηθείς, να γραπωθείς γερά, είναι προτιμότερο να αφήνονται ελεύθεροι. ή μήπως όχι, δεν είμαι και σίγουρος.

ii. αν αιωρηθείς από πάνω βλέπεις ομόκεντρους κύκλους – όλοι γυρνάνε γύρω γύρω από τον έρωτα πιασμένοι χέρι χέρι. βέβαια, όπως είναι φυσικό κανείς δεν τηρεί ομόκεντρη τροχιά: σφήνες, αποχωρήσεις, είσοδοι, ασύμμετρα τα σκιρτήματα, το μελίσσι χορεύει πάνω σε αρχαία άγνοια. «πάμε να χορέψουμε».

οι μεγάλοι, βράχοι αγάλματα γενιά παλιά, παρόλο που έχουν στερέψει από έρωτα, σα να παραφυλάνε. από τις άσπρες πλαστικές καρέκλες τους, από τα πεζούλια, κουρασμένοι δικαστές που δεν θέλησαν ν’ ακολουθήσουν τον δρόμο που πήραν παρά μόνο αυτόν που ανοίγεται προκλητικά μπροστά τους: ο χορός σέρνει τον κόσμο μπροστά, αναβάλλει τον θάνατο.

μοναξιά

η μοναξιά είναι ένα μεγάλο τέρας, είναι σαν ολόγραμμα (το δικό μας). υπάρχει πολύ πριν τον άνθρωπο, μια ριζωμένη γήινη δύναμη – από την ίδια όμως ξεφυτρώνει οτιδήποτε την κάνει να εξαφανίζεται για λίγο ή πολύ: η επιθυμία για τον άλλον, το κοίταγμα, το επίμονο κοίταγμα, ο θαυμασμός, η κάβλα, η ατζαμοσύνη μιας πρώτης επαφής, η εμμονή μιας φαντασίωσης, η γύμνια του μεσημεριού, η κάβλα πριν και μετά.

η μοναξιά αυτοκτόνησε ένα καλοκαίρι.

μικρά παιδιά

μικρά παιδιά, έφηβοι, μιλάνε λες και είναι πίσω από μια καρέκλα γραφείου πολυεθνικής επιχείρησης ή χρηματιστηριακού γραφείου. εξηγούν με περίσσια υπευθυνότητα το πως θα νοικιάσουν το σπίτι των σπουδών τους, το πώς θα το γεμίσουν με έπιπλα, με διακόσμηση και απλώνουν οικονομίστικους σχεδιασμούς προορισμένους να μην αποτύχουν και να πετύχουν το πολυπόθητο αποτέλεσμα: να ξεπεράσουν τους γονείς τους σε σκουριά και να συμβάλλουν στο σταμάτημα του να πηδιέσαι από νωρίς στη ζωή σου. αν το τελευταίο συνεχιστεί, τότε θα μιλάμε για το τέλος της ανθρώπινης ιστορίας, και χωρίς ίχνος οργασμού μάλιστα.

καντίνα

(απέξω) πάντοτε έχει κάποιο ενδιαφέρον να περιεργάζεσαι το χρυσομαύρισμα ενός κορμιού, τις τρίχες που ξάνθυνε ο ήλιος στα χέρια, το πίσω μέρος του λαιμού, στα σημεία που φυτρώνουν λίγες, εκεί φαίνεται όλη η τρυφερότητα με την οποία φέρεται ο ήλιος, τα μαλλιά που δείχνουν ότι ένας άνθρωπος προέρχεται από τη θάλασσα, μεγαλώνει στην άμμο και τα αρμυρίκια και επιστρέφει ξανά όταν τα κύματα χάσουν την ορμή τους. πάντοτε έχει κάποιο λογοτεχνικό ενδιαφέρον ο χρόνος της αναμονής στην καντίνα πριν από τον πρώτο καφέ.

(απομέσα) καλημέρα, τι θέλετε; ωραία, μισό λεπτάκι. δέκα βήματα πίσω δεξιά στη μηχανή του εσπρέσο. μισό βήμα αριστερά πάγος, λίγη ζάχαρη, πέφτει έξω θα καθαρίσω μετά δε γαμιέται, σέηκερ βζζζζ, δευτερόλεπτα που φεύγουν και δεν ξανάρχονται, λίγος αφρός, καπάκι πλαστικό, καλαμάκι, ορίστε τα ρέστα σας, έτοιμη για μια νέα εργασιακή εμπειρία ζω το μύθο μου στην ελλάδα: μπύρα ναι, τι μπύρα;, έφτασε, μισό λεπτάκι. παρακαλώ, τι θέλετε;

παγκράτιο το παράλιο

καπιταλισμός είναι εκείνες οι συνθήκες που χρόνο με τον χρόνο ξεριζώνουν τους κέδρους, τ’ αρμυρίκια, ρίχνουν τσιμέντα που οδηγούν σε γήπεδα, επιδίδονται στο αναπτυξιακό άθλημα της τεχνητής σκιάς και θάβουν τ’ αρχεία με τα φυσικά μονοπάτια για να ξεχαστεί τελείως η περιπλάνηση. καπιταλισμός όπως λέει ο αεικίνητος αγγελής είναι η εξαφάνιση του κρίνου της θάλασσας η αλλιώς του παγκράτιου του παράλιου. πρόλαβα μου το ‘δειξε δεν έχω παράπονο.

περί καταμερισμού

ο καταμερισμός της εργασίας γύρω από την παραλία και τη θάλασσα είναι στα χέρια μας. κάθε μέρα μπορεί να είναι διαφορετικός, πιο ενδιαφέρων, ένα βήμα πιο μακριά από τον τεηλορισμό και από κάτι υποστηρικτές του που κουνάνε υπερήφανα τις αλυσίδες τους: «πόσο να κάτσεις πια, μετά σκουριάζεις, αρχίζει και σου λείπει το τρέξιμο». πόσο σαμποτάζ χρειάζεται στα εγκεφαλικά κύτταρα άραγε;

(refugees welcome, υπάρχει πολλή ζωή πεταμένη ν’ αδράξετε)

Οι Ουαλίντ στις κοινωνίες των βασανιστηρίων

class

Η εξέλιξη της δίκης των βασανιστών του αιγύπτιου εργάτη Ουαλίντ Τάλεμπ, μια θεσμική διαδικασία που υποβάλλει εκ νέου σε βασανιστήριο έναν κατά τα άλλα πολύ δυνατό και ανθεκτικό άνθρωπο, μετανάστη εργάτη, περιέχει κάποιες, όχι καινούριες αλλά ισχυρές περιγραφές για τη δομή της νεοελληνικής κοινωνίας, για τον τρόπο που οργανώνονται οι οικονομικές και κοινωνικές σχέσεις και για τις ταχύτητες που αναπτύσσονται σ” ένα κράτος που διαχειρίζεται τις επιταγές του νεοφιλελεύθερου συστήματος τα τελευταία χρόνια.

Στην αίθουσα του Εφετείου Πειραιά, ο συνήγορος υπεράσπισης του Σγούρδα και υιού, του Ζαχαριάδη και του Zoto, πραγματοποίησε μια χυδαία όπως αρκετοί χαρακτήρισαν την εξέταση του αιγύπτιου. Προσωπικά επειδή δεν έχω καλή επαφή με τη συγκεκριμένη λέξη και τη νοηματοδότησή της (με «ξενίζει» και δεν μπορώ να την αντιστοιχίσω σε συγκεκριμένα συναισθήματα), θεωρώ ότι ο συνήγορος υπεράσπισης εκμεταλλεύτηκε τον εργαλειακό του ρόλο στο πλαίσιο μιας αστικής δίκης. Πρόκειται για έναν ρόλο εγγενώς εξουσιαστικό, για μια θέση που εμπεριέχει λιγότερους κινδύνους απ” όσους βρίσκονται στο σκαμνί, για μια προνομιακή θέση ειδήμονα-ειδικού που είτε υπερασπίζεται το τεκμήριο της αθωότητας είτε το μάχεται: ενώπιον ενός προεδρείου, τμήματος που αναφέρεται σ” έναν συγκεκριμένο εθνικό και κρατικό μηχανισμό.

Υπό αυτήν την έννοια, αυτός ο συνήγορος, άσχετα αν είχε επιλέξει τη συγκεκριμένη επιθετική στρατηγική εναντίον του Ουαλίντ (έφτασε στο σημείο να τον αποκαλέσει κατηγορούμενο), κινήθηκε μέσα στο πλαίσιο των δυνατοτήτων του ρόλου του. Στη διακοπή μάλιστα, σε αντιδικία με αλληλέγγυους, είπε ως άλλος Άιχμαν «ρε παιδιά, μην κάνετε έτσι, αν δεν ήμουν εγώ, θα ήταν κάποιος άλλος». Οι αντιδράσεις των παρευρισκόμενων αργότερα ενδεχομένως να τον έβαλαν σε διαφορετικές σκέψεις ωστόσο το πρόβλημα παραμένει: η εξουσία που πηγάζει από θέσεις επιρροής στο καπιταλιστικό σύστημα, η παράλληλη εκπαίδευση πως «κάποιος θα βρεθεί να κάνει αυτή τη δουλειά» και πως κάποιος «χρειάζεται να την κάνει» – με λίγα λόγια η κυρίαρχη πραγματικότητα και αφήγηση πως η παραγωγή και η οργάνωση της ζωής μας είναι ζητήματα προκαθορισμένα, νομιμοποιημένα και «ελεύθερα προσφερόμενα».

Οι πιεστικές ερωτήσεις, στοχευμένες στο να βγάλουν εκτός εαυτού τον Ουαλίντ, συνεχίζονταν για πολλή ώρα μέχρι που πέτυχαν τον σκοπό τους. Ο Ουαλίντ εξεγέρθηκε, δείχνοντας ότι είναι ζωντανός όσο οποιαδήποτε άλλη φορά και κατά τη γνώμη μου, σε απόλυτη ευθυγράμμιση με τον εαυτό του και τον φυσιολογικό θυμό του, φώναξε σωστά κουνώντας το δάχτυλο τόσο στον συνήγορο όσο και στον Σγούρδα. Βέβαια, μακριά από την αλήθεια του βιώματος, η βαθιά πεποίθηση της δικαστικής διαμεσολάβησης μας λέει ότι μια τέτοια κίνηση δείχνει έλλειψη ψυχραιμίας, αγένεια, επιθετικότητα και λοιπές «ενοχοποιητικές» ενδείξεις για το ήθος και το χαρακτήρα. Τέτοια ήταν άλλωστε η πρόθεση του συνηγόρου των βασανιστών που είπε πώς ο τάλεμπ προσπαθεί να δείξει ότι είναι «ανθρωπάκι» πίσω από το γεγονός ότι είναι θύμα.

Η εργασία ως ευγνωμοσύνη

Κι ερχόμαστε τώρα στο κεντρικό επιχείρημα που ο συνήγορος προσπάθησε, μεταξύ άλλων, να αναπτύξει ως ελαφρυντικό για τον υπ” αριθμόν ένα βασανιστή του ουαλίντ: μια «καλή εργασιακή σχέση». Πώς ένας εργοδότης (και μάλιστα έλληνας) που πληρώνει μέχρι και 800 ευρώ/μήνα (αποκρύπτοντας βέβαια πόσες και ποιες ώρες εργαζόταν ο Ουαλίντ – από τις 3 το βράδυ μέχρι τις 2-3 το μεσημέρι), πώς ένας εργοδότης που μια φορά έχει βγει και βόλτα μαζί του «σε μια κλειστή κοινωνία όπως η Σαλαμίνα;» (σαν κοινωνική χορηγία να το φανταστούμε;), ή πώς ενώ ο αδερφός του ουαλίντ πήγαινε για μπάλα μαζί με τον ελληναρά υιό Σγούρδα, πώς όλα αυτά είναι δυνατόν να τόν φέρουν στη θέση του βιαστή και του βασανιστή, πώς αυτό σημαίνει ρατσισμό; Πώς, ενώ ο Ουαλίντ αποκαλούσε τον Σγούρδα «μπαμπά» (από εκτίμηση στο πρόσωπό του που του έδωσε δουλειά για να επιβιώσει), έφτασε στο σημείο να πάψει να είναι καλός «γιός»;

Οι προβληματισμοί αυτού του είδους συνιστούν την γενικευμένη υποκρισία του μεγαλύτερου κομματιού της ελληνικής κοινωνίας απέναντι στους μετανάστες εργάτες καθώς και τη βάση της συμπεριφοράς απέναντί τους. Πρόκειται για μια σχέση αληθινή πέρα για πέρα: το ντόπιο αφεντικό εκμεταλλεύεται την εργατική δύναμη του μετανάστη όπως και με όποιον τρόπο γουστάρει. Άλλοτε έχει όπλα να την επιβάλλει σε μανωλάδες, άλλοτε τραμπουκίζει, άλλοτε παίζει το παιχνίδι του ευεργέτη και το κυριότερο, μπορεί να συνδυάζει όλα τα παραπάνω. Κάνει αστειάκια με την χώρα προέλευσης, με το χρώμα του εργάτη, με τη θρησκεία του, με κάθε τι προσωπικό, δίνει την εντύπωση ενός «καλού αφεντικού», ενός ευεργέτη που μαζί με το ελληνικό κράτος κάνουν (όταν θέλουν) τα στραβά μάτια στη νομιμότητα παραμονής του. Χρησιμοποιούν αυτή τη δυνατότητα ως μέσο πίεσης και υποτίμησης με όποια «ένταση» θέλουν. Είναι βασανιστές ακόμη και με το να διατηρούν ένα φιλικό προσωπείο με γενναιοδωρία και «ανθρωπισμό», προσωπείο έτοιμο να εκραγεί και να κλιμακώσει τη βία σε μια εξ” ορισμού βίαια και άνιση σχέση.

Πρόκειται για βασικά χαρακτηριστικά της σχέσης αφεντικού – εργάτη με τη διαφορά ότι στην περίπτωση των μεταναστών εργατών οι «ισορροπίες» ή καλύτερα, οι αντιθέσεις μεταξύ των δύο πόλων εκμηδενίζονται a priori και οδηγούν ταχύτερα σε ψυχολογικά και σωματικά βασανιστήρια, αν δεν καταλήξουν σε δολοφονίες.

Μπροστά σ” αυτή τη σχέση-βασανιστήριο, το μεγαλύτερο κομμάτι του ντόπιου πληθυσμού έχει να επιδείξει μια αξιοπρόσεκτη ανοχή που ιστορικά μπορεί να εξηγηθεί με την αποτυχία του εργατικού κινήματος να θέσει τα κοινωνικά προτάγματά του κόντρα στον πολιτικό προσανατολισμό των μικρομεσαίων στρωμάτων. Η συλλογική ανοχή είναι το πιο γόνιμο έδαφος για τις σύγχρονες εργασιακές σχέσεις που αναπτύσσονται (και) σ” αυτόν τον τόπο, προς όφελος των νεοφιλελεύθερων επιδιώξεων.

«Θα μπορούσε να είναι ο οποιοσδήποτε…»

Σε μια δόση, κατά τη διάρκεια της διακοπής (όταν το «θέατρο» της δίκης σταματάει, ακούει κανείς σημαντικές ατάκες) ένας ένστολος απευθύνεται με έναν σχετικά ήπιο τόνο στους αλληλέγγυους λέγοντας πως «βρε παιδιά σεβαστείτε τη θέση του, είναι πολύ δύσκολη θέση αυτή του κατηγορούμενου, οποιοσδήποτε θα μπορούσε να είναι στη θέση του». Κρίνοντας από το ολίγον τι χαλαρό και «δε βαριέσαι» ύφος του, ο ένστολος αυτός μοιάζει να είναι αγγελιοφόρος μιας ζωής που θα βιώνεται από εδώ και στο εξής με τους όρους που περιγράψαμε παραπάνω: βασανιστής – βασανιζόμενος.

Πλέον οποιοσδήποτε θα μπορεί να βρίσκεται στη θέση του σγούρδα, σε μια θέση (βασανιστής) δηλαδή που μπορεί από τη μια να εμφανίζεται μπροστά μας ως μια ανατριχιαστική υπόθεση απανθρωπιάς ωστόσο αποτελεί και θα αποτελεί ολοένα περισσότερο έναν εργαλειακό ρόλο, μια φυσιολογική θέση στο κοινωνικό-οικονομικό σύστημα. Την ίδια στιγμή, υπονοείται πως κι από την άλλη πλευρά θα υπάρχουν θύματα, απώλειες, εργάτες – σκλάβοι. Και η εργατική τάξη όπως διδάσκει η ιστορία θα αναγνωρίζει τον εαυτό της ως τέτοια όταν αρνείται την ύπαρξη που διώκεται «φυσιολογικά», στη ροή μιας καθημερινότητας, στη ροή μιας ζωής δηλαδή που την αφορά μόνο η επιβίωση, απογυμνωμένη από ψυχή, πάθη και συναισθήματα. Κάπου διάβασα πρόσφατα ένα εύστοχο σχόλιο για την «θεοποίηση» της επιβίωσης: «η επιβίωση αποτελούσε πάντοτε μια έγνοια των ανθρώπων, μια προεξάρχουσα μάλιστα έγνοια για τους περισσότερους από αυτούς, μόνο στην εποχή μας φαίνεται να λαμβάνει σχεδόν ένα είδος ηθικού κύρους». Η αποκαθήλωσή της θα πρόσθετα εγώ είναι δουλειά των από τα κάτω ταξικών σχηματισμών – οτιδήποτε παίρνει τη θέση ηθικού κύρους στον καπιταλισμό έχει τη σφραγίδα των κυρίαρχων.

Μια τελευταία σημείωση στο ζήτημα της παρακολούθησης της δίκης, του «δημόσιου» χαρακτήρα της και της «διεκδίκησης του χώρου». Χωρίς να έχουμε αυταπάτες για τον ταξικό χαρακτήρα της δικαιοσύνης και τις πολιτικές διευθετήσεις που αναλαμβάνει στις εκάστοτε συγκυρίες, η παρουσία αλληλέγγυων αποδεικνύει ότι ο δημόσιος χαρακτήρας μιας δίκης, η θέασή της για να μπορεί να έχει άποψη η «κοινή γνώμη» όπως χαρακτηριστικά διακηρύττει η φιλελεύθερη αντίληψη, δεν είναι μια κρατική παροχή, ένα «κερδισμένο» δικαίωμα όλων των «πολιτισμένων πλευρών». Ο Ουαλίντ στις αρχές της δικαστικής περιπέτειας συνέχιζε ν” απειλείται από τα πρώην αφεντικά και τους φίλους του, συνεχίζοντας να ζει σε μια κοινωνία που το πολύ πολύ ν” άλλαξε τον φούρνο που έπαιρνε το ψωμί της. Το ότι η παρουσία αλληλέγγυων κατάφερε να κόψει τον βήχα της αλαζονείας τους ήταν μια απαραίτητη κίνηση για τον ίδιο πρώτα πρώτα και για τους κρατικούς λειτουργούς οι οποίοι βλέπουν εδώ και χρόνια να περνούν από τα δικαστικά έδρανα μετανάστες εργάτες κατηγορούμενοι για τη «νομιμότητα» της παραμονής τους και για το ηθικό τους κύρος.

Στον «δημόσιο χαρακτήρα» της δίκης η αλληλέγγυα παρουσία έχει μια ταξική υπόσταση, αποτελεί μια ελάχιστη ταξική διεκδίκηση μέσα στον στενό κρατικό χώρο των δικαστών και των ανθρωποφυλάκων. Όταν βέβαια συνοδεύεται με πολύμορφες συνοδευτικές δράσεις (πορείες, ενημερώσεις, παραγωγή κειμένων κ.λπ) τότε επιτυγχάνεται μεγαλύτερη συγκρότηση, συνοχή και το κυριότερο συνέχεια: για να μην φτάνουμε εκ των υστέρων στις δικαστικές αίθουσες.

Είναι προτιμότερο να προλαβαίνουμε την πραγματικότητα της ταξικής σύγκρουσης έξω από το θέαμα που παράγεται μέσα στους ναούς της δικαιοσύνης – όπου δυστυχώς είμαστε και μεις συμμέτοχοι.

Είναι προτιμότερο να κόβουμε από τη ρίζα τη σχέση των Ουαλίντ, των βασανιστών αφεντικών τους και των συνηγόρων τους. Αυτοί οι τελευταίοι αμείβονται με χρήματα που παρήγαγε με την υπεραξία του ο ουαλίντ σ” εκείνο τον φούρνο στη Σαλαμίνα. Σ” αυτόν τον «κύκλο» είναι το πρόβλημα.

Δημοσιεύτηκε στο thecricket.gr στις 6 Απριλίου 2015

δάφνη – βύρωνας σαράντα λεπτά

Δάφνη 11:26

Ξεκινώ από μια γειτονιά που ορισμένα σπίτια είναι χαμηλά ακόμη, στένσιλ στους τοίχους με το αλφάδι της αναρχίας «ο Λάμπρος είναι ένας από μας», ο Φούντας είχε σκοτωθεί εκεί κοντά κάπου. Υπάρχει μια στρογγυλή πλατεία που χωράει ίσα ίσα ένα περίπτερο και ένα παγκάκι που χθες το βράδυ κάθονταν δυο-τρεις πιτσιρικάδες, μοιάζει λίγο σαν αδιέξοδη αυτή η πλατεία.

Περπατάω την Κουντουριώτου, δεξιά και αριστερά τα σπίτια θυμίζουν επαρχία, χωριό, κάποιες φανερές αυλές κάποιες κρυμμένες, ένα μίνι μάρκετ σε όλο αυτόν τον δρόμο με κρεμασμένες αθλητικές φυλλάδες και τις φάτσες της πραγματικής διακυβέρνησης του χωριού, της πόλης, του εθνικού μας του κορμού -να μια καλή διατύπωση-. Ησυχία έχει, πολλή ησυχία, κάνεις να δεις μέσα από κανα παράθυρο μήπως υπάρχει λίγο ζωή, τίποτα ιδιαίτερο, κάποιοι γέροι με κανα-δυο σακούλεςστα χέρια. Παιδιά πουθενά, καμιά φωνή να σπάσει την πολλή ησυχία.

Τα παιδιά είναι στα σχολεία.

Φτάνω κοντά στη Βουλιαγμένης, από πριν ξέρω το δρόμο και τον θόρυβό του οπότε παίρνω τα κατάλληλα μέτρα αντιφάσεων. Ενορχηστρώνω θυμό, αηδία και κυνισμό μαζί με οικειότητα, έλεγχο και άνεση. Γελάω με τα άδεια μαγαζάκια όπως και αυτά γελάνε μαζί μου, κάποτε οι συναλλαγές μας ήταν οι γνωριμίες μας και η ανθρωπινότητά μας έστεκε στις βιτρίνες, άλλαζε ανάλογα με την εποχή και τη μόδα και όταν είχε εκπτώσεις αγαπιόμαστε ακόμα πιο πολύ. Πολλή εργασία πίσω απ’ όλα αυτά, κόπος χωρίς αλληλεγγύη όμως είναι πλούτος ανέγγιχτος. Και αρπαγμένος από λίγους.

Περνάω και την Ηλιουπόλεως, κάτι πεζοδρομάκια μ’ ένα τρίκυκλο, κοντά στο εργοστάσιο της Πυρκάλ, μπαίνω σιγά σιγά στον υμηττό. Και δω τα σπίτια χαμηλά, αυλίτσες και παρααυλίτσες και κάτι λιγοστοί γέροι στα καφενεία. Μαζεύω ανάσες για να φτάσω στο Αστυνομικό Τμήμα Βύρωνα στην Καλλιπόλεως, εκεί πάνω απ’ το Παπαστράτειο κάτι καταλήψεις θυμάμαι από παλιά. Σηκώνω τ’ όπλο μου να βγάλω τη θέα, ανταμοιβή επειδή κουράστηκα λίγο, θέα χωρίς εκκλησία δε γίνεται, δε θέλω να την βγάλω αλλά δεν έχω κι άλλη επιλογή. Μόνο όταν γυρίζω πίσω, στον τοίχο, βλέπω: «Δεν Θέλω Να».

Πάλι ο τοίχος με γλιτώνει.

Κατηφορίζω προς Βύρωνα, πιο γνώριμα λημέρια, καλημερίζω τον ΟΑΕΔ της γειτονιάς, με καλημερίζει κι αυτός μ’ ένα κρατικό σημείωμα που θέλει την ουρά αναμονής να ξεκινά από την οδό χρυσοστόμου σμύρνης, ανηφοριά πέμπτο σύννεφο δεξιά στη διασταύρωση με το βαρομετρικό χαμηλό.

«Διατηρείτε σειρά προτεραιότητας».

Βύρωνας 12:06.

Αρέσει σε %d bloggers: