Delirium

C'est de la racaille ? Eh bien, j'en suis ! – Alèssi Dell'Umbria

Κατηγορία: Post

cascol jokers

jokers

Joel Zuercher

οι ανάσες των φιλιών προδίδουν την ηλικία του έρωτα

η γλώσσα, τα δόντια, η στοματική κοιλότητα και η σάρκα γύρω από τα οστά του κεφαλιού συνεργάζονται με ρυθμό ανυπομονησίας, άγνοιας, έγνοιας παιχνιδιού, χορεύουν από το χέρι μια μικρή ντροπή και όπως της αξίζει την περιφέρουν ατιμωτικά για να κλείνουν τα στόματα των ανθρώπων με ερωτικά ρεύματα

οι μύες κοπιάζουν και φουσκώνουν από μια πνοή κατηγορία ειδική, η ψυχή χρόνια πίσω που διασκεδάζει με τις ώρες και τα λεπτά μικρό αναγκαίο κακό που πνίγεται σε μια άτσαλη αμήχανη πρώτη αγκαλιά, διαλύεται και επιπλέει σ’ ένα δυο πνιχτά γέλια με τα μάτια ν’ ανοιγοκλείνουν χαραμάδες αγωνίας˙ επιθυμία

το μόνο κελί που αξίζει ας χτιστεί για τη λογική
με τον καιρό θα δραπετεύσει κι αυτή σαν καρδιά

δυο άγνωστοι τυλίχτηκαν σ’ ένα κασκόλ
ερώτηση καμιά απαντήσεις αστερισμός

ανάληψη ευθύνης

asger-Jorn-wallflower

Wallflower, 1958. Defiguration, Αsger Jorn

*

στις γειτονιές τα μπαρ δίνουν τα χέρια με γενιές

└ αλκοόλ

στη γαλαρία σημαίνει φωτιά σ’ όλους εκείνους

└ μπροστά

από την μπάρα όλοι τεντώνονται

να μιλήσουν δήθεν για συγκινητικά

└  και απόλυτα

να ήτανε τα πράματα, τα μάτια έχουν την τελευταία λέξη, με τη φωτιά και

└ τα συνθήματα

απέξω θυμίζουν πως μαζί πάμε πιο γρήγορα μακριά, δεν είσαι μόνος

└ σου

είπα στα γρήγορα ένα γεια και μου χαμογέλασες για πάντα

*

μέσ’ τα λεωφορεία προσποιούμαστε όλοι ότι είμαστε φιλήσυχοι επιβάτες που έχουν αποδεχθεί τη μοίρα τους, να μας μεταφέρουν από τη δουλειά, από τη δουλειά να ψάχνουμε για δουλειά και από τη δουλειά να παίρνουμε τους δρόμους για να δείχνουμε πάλι εμείς πως η πόλη βρίσκεται σε δουλειά και πώς το κράτος έχει πάντα μια μόνιμη αγκαλιά για δουλειά επάνω στις ανάσες μας, τις τελευταίες αλήτισσες που περιφρονούμε -και θα το μετανιώσουμε- γιατί δεν έχουν καμία επιτέλους γαμημένη δουλειά.

Αν δεν αναλάβουν τα σωθικά μας να μας βγάλουν γρήγορα από την αφετηρία, τη στάση και το τέρμα, τότε τα λεωφορεία θα επαναστατήσουν και μεις θα αναγκαστούμε να τα κουβαλάμε στις πλάτες μας για να βγαίνουν τα δρομολόγια που συνηθίσαμε.

*

μια παλιά αστική κατάθλιψη θέλει τα φώτα που ανάβουν τ’ αυτοκίνητα όταν σκοτεινιάζει να στέλνουν στην εξορία όσα περισσότερα αστέρια μπορούν. είναι εκείνη η αγχόνη στο λαιμό που θέλει τα όνειρα να γκρεμίζονται στο φως κάθε μέρας, είναι μια γρήγορη μπύρα που δεν επιτρέπει στην ελευθερία να στείλει στο διάολο το αυριανό μεροκάματο.

πίσω από τις μάντρες σκραπ βέβαια, οι σκουριές και τα άλλα υλικά μετρούν προσεκτικά τις κουβέντες τους όταν η συζήτηση γυροφέρνει στις αστικές καταθλίψεις.

*

το γράμμα κάποιου καλούσε σε εξέγερση εναντίον όσων χώριζαν τους ανθρώπους σε «όμορφους» και «άσχημους». «οι ανθρώπινες σχέσεις», διακήρυττε, «εκεί είναι η ρίζα Όλων». όμως στο μοναδικό υστερόγραφο του γράμματος έγραφε «ανάληψη ευθύνης» και μετά είχε ένα ερωτηματικό.

ας περιμένει ο πλανήτης σου

p26μ​ας είπανε ότι ο έρωτας και η αγάπη είναι λεπτά ζητήματα βιοχημείας και νευρώνων και πως σέρνουν μαζί τους ολόκληρα συστήματα με πληροφορίες, φιλοδοξίες, ματαιότητες, σκληρότητα, βιασμούς, «αγάπη», αγάπη, φόβο, ελευθερία, μοναξιά, φυλακή – όλα όσα υφαίνει το δίχτυ της ανθρώπινης ψυχής.

πίνουμε λέει κάθε φορά στην υγειά του παρελθόντος που απλώνει ξεδιάντροπα και νομοτελειακά το ρίζωμά του στον χώρο και τον χρόνο μας.

μας είπαν ότι μας δόθηκαν χαρίσματα, δεξιότητες, συναισθήματα και προοπτικές αλλά στ’ αλήθεια μας έμαθαν σκόπιμα όσα εξυπηρετούσαν έναν θίασο από αφεντικά και μασκαρεμένους δασκάλους.

στην ουσία μας ξέμαθαν από αυτά που θα φτιάχναμε έξω και μακριά από αυτούς: μια ζούγκλα με δράκους που βγάζουν την ομορφιά σου σε φωτιές, έναν αχανή κήπο στο σύμπαν που μου λες πως ξέρεις, χωρίς πεζοδρόμια και χωρίς την σπαρακτική πίεση να φανταζόμαστε τη θάλασσα κάτω από αυτά, χωρίς ανταγωνισμούς για κέρδη ή για συμβολικά βάθρα, χωρίς ανάγκη να εξηγούμε κάθε λεπτό το στάτους στο οποίο περιπέσαμε από την ομορφιά μας.

έχεις δίκιο μωρό μου, δεν μπορώ να φέρω καμία αντίρρηση: δεν αρκούν οι εξηγήσεις που μας δίνονται σ’ αυτόν τον πλανήτη, δεν είναι υποφερτή η ζωή στη σχέση της με τον θάνατο, μας πνίγει, δεν μας αφήνει να μιλήσουμε στους ανθρώπους γύρω μας, στον άνθρωπο μας που λέμε,  καταπίνουμε ολόκληρα δηλητήρια σιωπής για να μην ακουμπήσουμε ό,τι μας έχει απαγορευτεί – μας έμαθαν ότι η απαγόρευση είναι προϋπόθεση για μια συνετή ύπαρξη, είναι μάλιστα και στη συνταγή ενός επιτυχημένου έρωτα ή μιας αγάπης αιώνιας.

νομίζω ότι ούτε η φαντασία σου αρέσει εδώ που ήρθαμε, ούτε εκείνοι που γράφουν γι’ αυτήν, ούτε κι εκείνοι που αφηγούνται ξανά τα ίδια και τα ίδια, με λέξεις που δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα, με λέξεις που δεν μιλάνε σε κανέναν και για τίποτα.

αλλά, τι να την κάνεις την φαντασία άμα απλά μπορείς να κοιτάξεις καθαρά μέσα σου και μετά να με πάρεις αγκαλιά; σε τι μου χρειάζεται το παραμύθι όταν σε φιλάω σαν πρώτη φορά, τόσο ελεύθερα μέσα στη στιγμή; σε τι άραγε χρειάζεται η προσμονή πάνω στο μεθύσι, όταν τα όμορφα γέλια σου γίνονται όμορφα δάκρυα;

έχεις δίκιο μωρό μου, αλλά ο πλανήτης και το σύμπαν σου μπορούν να περιμένουν.

είσαι ακόμη εδώ.

αστροφυσική

2014-07-19 05.43.21

στις 5 το πρωί ο ουρανός είναι όσο χρειάζεται/
χάνει το βάρος του και μένει ν’ ακούει ό,τι δε λέγεται

για ένα κορίτσι μακριά από τα χρόνια: η εμμονή κάθε δευτέρας έχει αντίδοτο σ΄ένα επίμονο καρδιοχτύπι/

τα σωθικά σε ένταση ζωής

δεν υπήρξε στ’ αλήθεια ιδιαίτερο πρόβλημα με τα είδωλα που υποσχέθηκαν αστροφυσική σωμάτων και ψυχών

γι’ αυτό και η αφελής αγκαλιά με τον ερωτισμό που κάπως μας φάνηκε: μια στιγμή που ένα πείραμα αληθεύει

δεν έχει σημασία αν θα πετύχει και για ποιον, το εργαστήρι που ζωγραφίζουμε ο ένας τον άλλον/

με χρώματα που διαλέγουμε σε δευτερόλεπτα, το εργαστήρι που ξεκλειδώνουμε,

είναι ανοιχτό για όσους ανεμίζουν νικηφόρα τη σημαία της μοναξιάς

σκόρπια

 

* υπάρχουν ορισμένες βραδιές σ’ αυτό το αγαπημένο μας καμίνι που ενώ έχει αφόρητη ζέστη, φυσάει τόσο ιδανικά για να πάρει το κεφάλι μας λίγο πιο κει, κατά θάλασσα μεριά, σε μια παραλία που είχαμε πάει κάποτε και όταν κοιμόσουν σε κοίταζα πολύ – πιο επίμονα και από τον ήλιο. κάνω λες και δεν χόρτασα την άμμο εκείνο το καλοκαίρι, σα να τέλειωσαν τα κύματα που την έβρεχαν και ξαφνικά, κάπως, μεταμορφώθηκε σε πέτρα, έγινε ένας τεράστιος άνυδρος βράχος.

 
2014-02-23 13.12.41 (1)

* υπάρχουν πολλοί άνθρωποι που από παιδιά τους ρούφηξε ο κινηματογράφος και είδαν τη ζωή τους σα μια ταινία που διαφημίζεται από τους πάντες και απευθύνεται δυστυχώς στους πάντες. θεώρησαν ότι τα όρια της αναπνοής τους τρεμοπαίζουν μέσα σε τίτλους αρχής και τέλους, με πρωταγωνιστές και κομπάρσους και έναν σκηνοθέτη που δεν φωνάζει επιβλητικά αλλά αφήνει -όπως λένε- στον ηθοποιό την ελευθερία να βάλει ψυχούλα. δεν υπάρχει πιο καταραμένος και ψεύτικος χώρος. κι όμως εκεί μέσα οι πολλοί άνθρωποι χτίζουν φυλακές του κόσμου, νομίζοντας ότι με είδωλα και μακιγιάζ αυτός ο κόσμος πάει κάπου. πάει, πως δεν πάει, τρέχει ξέγνοιαστα προς τον διάολο.

* σε μια ταράτσα, ένα βράδυ που έκανα πως παραπάταγα, σε είδα να γελάς με την καρδιά σου. εγώ βέβαια από τη μεριά μου, δίπλωνα και ξαναδίπλωνα ένα σεντόνι φόβου που κουβαλάω τελευταία μήπως μου χρειαστεί. εσύ εκεί όμως, μια διαφορετική περίπτωση, ξυπόλητη, μόνη και χωρίς φόβο γέλαγες με την καρδιά σου. το μόνο που μ’ απασχολούσε να σου πω την αλήθεια ήταν να γελάσεις με τη δική μου καρδιά.

* ψάχνουμε σαν τους μαλάκες να βρούμε όσο το δυνατόν περισσότερους ναζί γίνεται. όσο περισσότερη σβάστικα, τόσα πιο πολλά κεριά ανάβουμε στην ενορία του φασισμού. γιατί την ώρα της λιτανείας:

ο άντρακλας κοιτάζει από πάνω μέχρι κάτω την γυναίκα επιδεικτικά, σαν αφιονισμένος κυνηγός που απειλεί, εκβιάζει, υποτιμάει και τρέχει με κλειστά μάτια για εκείνη την ώρα που του μάθανε. γιατί άμα σου έχουνε μάθει ότι υπάρχουν ώρες μέσα στον καπιταλισμό που πρέπει να γαμήσεις, σου ‘χουνε μάθει και πως πρέπει να τις διεκδικείς ανάλογα. ο έρωτας αντεστραμμένος στον φασισμό,

το αφεντιλίκι ξερογλείφεται κάθε φορά που του χαμογελάς με φόβο γιατί δεν μπορείς να κάνεις αλλιώς ενώ γύρω σου οι υπόλοιποι σού θυμίζουν εσένα, στο μέλλον. αλλά εσύ εκεί, νομίζεις ότι δεν μπορείς να κάνεις αλλιώς. και προτιμάς το δικό σου εφιαλτικό μέλλον, αρκεί που είναι Δικό σου,

το ύφος και η φωνή που σηκώνεται απάνω στον μετανάστη δίνουν δύναμη στα χέρια που τσακίζουν την ανθρώπινη ιστορία. και την κάνουν ιστορία των καταπιεστών, αυτή με την οποία ανακατευόμαστε.

* γιατί να μην δούμε μπαλίτσα και φέτος, δεν μπορώ να αντιληφθώ τα επιχειρήματα σας: πάντοτε γίνονταν και πάντοτε θα συμβαίνουν υποκριτές, να το κάνατε και στα προηγούμενα μουντιάλ, το εργατικό αίμα είναι μπόλικο μωρέ για να σε λερώσει τώρα, σήμερα που πάνε τα δικά μας παιδιά – τώρα βρήκατε; Μια μπάλα είναι η ζωή μας βρε μαλάκες, κλοτσάγαμε μικροί στο χώμα, πέφταμε με τα μούτρα χαρούμενοι, σπάγαμε κάτι δόντια – και μεγάλωσαμε για να χαριεντιζόμαστε με μάγους από φάρμακα εργαστηρίων. Από τα ίδια εκείνα εργαστήρια φτιάξανε μια μπάλα και μου την κλωτσήσανε ξανά στη μούρη, έγραφε πάνω παιδική εργασία, Κεφάλαιο, μαφίες, αίμα, καταπίεση, βούλωσέ το μπροστά στο Θέαμα και στοιχημάτισε πότε θα πεθάνεις και πόσο δίνει η διαφορά από το να αισθάνεσαι λίγο άνθρωπος και όχι καταναλωτής.

 

Αρέσει σε %d bloggers: