Delirium

C'est de la racaille ? Eh bien, j'en suis ! – Alèssi Dell'Umbria

Κατηγορία: Post

τζιν λεμόνι ράιοτ

birthday

The Birthday, Marc Chagall (1915)

 

παραμένει στον αέρα πάνω από τις ταράτσες

μετέωρος και αποκλεισμένος

από τη γη και το βάρος

τα λεπτά κυλούν

ξεκινά να μετρά αντίστροφα

θέλει να πέσει σαν τρελός

η φυσική έχει γίνει αφύσικη

ένα ατύχημα χρειάζεται

εύχεται μια αμείλικτη πτώση

για προσγείωση ούτε λόγος

*

το μόνο πράγμα που έχει στο μυαλό του είναι να καταφέρει να κρατηθεί από το ψηλό σκαμπό του μπαρ ή αν δεν τα καταφέρει, τουλάχιστον από την μπάρα κι ας κρέμεται ανάποδα σαν νυχτερίδα (αν παρατηρήσεις καλύτερα, τα μάτια του είναι καρφωμένα στην πόρτα και κάθε φορά που ακούγεται ο ήχος γκλιν γκλιν ανοίγει η πόρτα και δυστυχώς ξεχνιέται και χαλαρώνει το γράπωμα, δε θα ήθελε σε καμία περίπτωση να κολλήσει στο ταβάνι και να προκαλέσει περαιτέρω αντιδράσεις γύρω γύρω)

θέλει κάπως αφόρητα να τη δει να πιουν μαζί να τα πουν να κυκλοφορήσει το αλκοόλ στο αίμα και να επιστρέψει το βάρος σαν δύναμη που κάνει τους ανθρώπους να ακουμπάνε στη γη και να γρατζουνάνε επιφυλακτικά ένα ριφάκι στο πεντάγραμμο της ευθείας που συνδέει τα μάτια τους.

*

ενα τζιν λεμόνι, ένα δεύτερο

μπορείς να μην χαμογελάς μέσα στο στόμα μου σε παρακαλώ;

θα κάνω ό,τι θέλω

ένας κόσμος έχει ανέβει πάνω στα δακρυγόνα και χορεύει

κάνει ό,τι θελήσει

μπορείς να μην χαμογελάς μέσα στο στόμα μου σε παρακαλώ;

θα κάνω ό,τι θέλεις

ένα τζιν λεμόνι και ένα δεύτερο

(θα κάνουμε ό,τι θέλουμε)

φλατ

flat

τελευταία τα πάω καλά κοιτώντας κάτω

κηλίδες λαδιού από τα αμάξια, πατημένες τσίχλες, γόπες τσιγάρων, λακούβες με νερό, στεγνές λακούβες, αφοδεύματα περιστεριών, σκύλων, τετράγωνες πλάκες πεζοδρομίου, μικρότερες με διαγώνια αυλάκια, μωσαϊκά πρασινόμαυρα, μπεζ, διαβάσεις, μπάρες, κεκλιμένα επίπεδα, λάστιχα, ζάντες, σωλήνες που τρέχουν, σκουπίδια, σακούλες, μαρούλια, πορτοκάλια, σταφύλια, μπουκάλια γυάλινα, μπουκάλια πλαστικά, καφέδες, χάρτινες συσκευασίες για τυρόπιτες, χαλίκια, γρασίδι, λάσπη, υγρασία, φύλλα, σουσάμι, ψίχουλα, απορρυπαντικό, χλωρίνη, αφίσα σκισμένη, σελίδα από τετράδιο, χαρτομάντηλο, τρικάκια για ξεσηκωμό, τρικάκια για δουλειά από «ελληνικό» συνεργείο, τηλέφωνα κλειδαράδων, σκαλιά στενά, σκαλιά πλατιά, μάρμαρο, τσιμέντο, πέτρα, οι ράγες του τραμ, άσφαλτος, κολονάκια, νησίδα μία, νησίδες δύο, μονοπάτια τρία, σκοτεινά, σκηνές, κουβέρτες, σώματα, εισιτήρια, χαλάκι εισόδου, έξοδος κινδύνου

προς τα πάνω τα πράγματα δυσκολεύουν

ανάσα προγραμματισμένη, καρδιολογικές αρρυθμίες για κάποια ασφάλεια, τα φρένα πιάνουν πάντοτε δεν υπάρχει περίπτωση για άφεση, σ’ ένα όνειρο μου έγινε εμφύτευση σφαίρας έκαιγε πολύ χωρίς να πονάει τόσο, εσωτερίκευση κυκλωμάτων εμπορεύματος, ρομποτοποίηση και τέλος της εργασίας τους δηλαδή τέλος της ζωής μας, μια μάζα κυττάρων που λέγονται flatliners χρειάζονται άμεση επέμβαση, μια εγχείρηση απομόνωσης και εξορίας τους, ένα κεντρικό νευρικό σύστημα με αποδιοργανωμένα χείλη και μουδιασμένα άκρα, μια μπανιέρα γεμάτη με αίμα που ήπιαμε όλα αυτά τα χρόνια, ο ήχος του τελευταίου τσιγάρου όταν σβήνει εκεί μέσα

το κώμα από το οποίο επιστρέφουμε

δάφνη – βύρωνας σαράντα λεπτά

Δάφνη 11:26

Ξεκινώ από μια γειτονιά που ορισμένα σπίτια είναι χαμηλά ακόμη, στένσιλ στους τοίχους με το αλφάδι της αναρχίας «ο Λάμπρος είναι ένας από μας», ο Φούντας είχε σκοτωθεί εκεί κοντά κάπου. Υπάρχει μια στρογγυλή πλατεία που χωράει ίσα ίσα ένα περίπτερο και ένα παγκάκι που χθες το βράδυ κάθονταν δυο-τρεις πιτσιρικάδες, μοιάζει λίγο σαν αδιέξοδη αυτή η πλατεία.

Περπατάω την Κουντουριώτου, δεξιά και αριστερά τα σπίτια θυμίζουν επαρχία, χωριό, κάποιες φανερές αυλές κάποιες κρυμμένες, ένα μίνι μάρκετ σε όλο αυτόν τον δρόμο με κρεμασμένες αθλητικές φυλλάδες και τις φάτσες της πραγματικής διακυβέρνησης του χωριού, της πόλης, του εθνικού μας του κορμού -να μια καλή διατύπωση-. Ησυχία έχει, πολλή ησυχία, κάνεις να δεις μέσα από κανα παράθυρο μήπως υπάρχει λίγο ζωή, τίποτα ιδιαίτερο, κάποιοι γέροι με κανα-δυο σακούλεςστα χέρια. Παιδιά πουθενά, καμιά φωνή να σπάσει την πολλή ησυχία.

Τα παιδιά είναι στα σχολεία.

Φτάνω κοντά στη Βουλιαγμένης, από πριν ξέρω το δρόμο και τον θόρυβό του οπότε παίρνω τα κατάλληλα μέτρα αντιφάσεων. Ενορχηστρώνω θυμό, αηδία και κυνισμό μαζί με οικειότητα, έλεγχο και άνεση. Γελάω με τα άδεια μαγαζάκια όπως και αυτά γελάνε μαζί μου, κάποτε οι συναλλαγές μας ήταν οι γνωριμίες μας και η ανθρωπινότητά μας έστεκε στις βιτρίνες, άλλαζε ανάλογα με την εποχή και τη μόδα και όταν είχε εκπτώσεις αγαπιόμαστε ακόμα πιο πολύ. Πολλή εργασία πίσω απ’ όλα αυτά, κόπος χωρίς αλληλεγγύη όμως είναι πλούτος ανέγγιχτος. Και αρπαγμένος από λίγους.

Περνάω και την Ηλιουπόλεως, κάτι πεζοδρομάκια μ’ ένα τρίκυκλο, κοντά στο εργοστάσιο της Πυρκάλ, μπαίνω σιγά σιγά στον υμηττό. Και δω τα σπίτια χαμηλά, αυλίτσες και παρααυλίτσες και κάτι λιγοστοί γέροι στα καφενεία. Μαζεύω ανάσες για να φτάσω στο Αστυνομικό Τμήμα Βύρωνα στην Καλλιπόλεως, εκεί πάνω απ’ το Παπαστράτειο κάτι καταλήψεις θυμάμαι από παλιά. Σηκώνω τ’ όπλο μου να βγάλω τη θέα, ανταμοιβή επειδή κουράστηκα λίγο, θέα χωρίς εκκλησία δε γίνεται, δε θέλω να την βγάλω αλλά δεν έχω κι άλλη επιλογή. Μόνο όταν γυρίζω πίσω, στον τοίχο, βλέπω: «Δεν Θέλω Να».

Πάλι ο τοίχος με γλιτώνει.

Κατηφορίζω προς Βύρωνα, πιο γνώριμα λημέρια, καλημερίζω τον ΟΑΕΔ της γειτονιάς, με καλημερίζει κι αυτός μ’ ένα κρατικό σημείωμα που θέλει την ουρά αναμονής να ξεκινά από την οδό χρυσοστόμου σμύρνης, ανηφοριά πέμπτο σύννεφο δεξιά στη διασταύρωση με το βαρομετρικό χαμηλό.

«Διατηρείτε σειρά προτεραιότητας».

Βύρωνας 12:06.

αγάπη και πάλη

hanna hoch

Hannah Höch: Von oben (From Above), 1926-27

*

σήμερα θα μιλήσω όμορφα

παραφυλάω για την ηρεμία σου

τα πρωινά ξυπνήματα λίμνη που αχνίζει χαμόγελα

επιθυμητά από το βράδυ πριν

και το άπλωμα των χεριών σου

αυθόρμητα κανονίζουν ραντεβού με την κούρασή μου

κουρασμένη και εσύ, καλεσμένη ξανά

*

λίγα τα λόγια, επιμένουμε στα κορμιά

μόνο ο ιδρώτας κρίνει τ’ είναι περίσσιο

*

ο εργατικός ρομαντισμός σοφός

λιώνουμε για λίγα χρήματα, τα ίσα-ίσα

ξέπνοοι μετράμε ψιλά

άντε σύγκρουση με το οικονομικό εποικοδόμημα

φλόγες και στάχτες σ’ εκπτώσεις συνειδήσεων

*

αύριο θα μιλήσω όμορφα

αρμονία με την ηρεμία σου

και του κόσμου το γύρισμα

με αγάπη και πάλη

η φιάλη της υπομονής

ipomoni

σχεδόν καμία αμφιβολία δεν υπάρχει

«το καλό θα’ ρθει από τη θάλασσα»

κάποιο κύμα θα συγχρονίσει τις επιθυμίες

 #

το ζήτημα όμως είναι άλλο

εδώ ακόμη έχει παγετό

και δε φαίνεται να σπάει για ένα ανοιξιάτικο χατίρι

#

δεν καταλαβαίνονται οι άνθρωποι

και τι σημασία έχει;

στον κύκλο της τρυφερότητας η διάμετρος είναι η πληγή

 #

όλοι φαίνονται να τα έχουν παρατήσει

άστεγη η έμπνευση ενοχλείται

δεν θέλει πιάτο φαγητό μας

 #

κι άμα κάνω να ζήσω πως νικάμε

διαιρούμαι ξανά γαμώτο

φυσαλίδες είμαι στην απαίσια φιάλη με την υπομονή

Αρέσει σε %d bloggers: