Delirium

C'est de la racaille ? Eh bien, j'en suis ! – Alèssi Dell'Umbria

Month: Οκτώβριος, 2014

Η ζωή στα χωράφια

σημειώσεις από έναν αστικό κώλο

Αυτό το καλοκαίρι, η ζωή στα χωράφια κύλησε όπως μάλλον κυλά τα τελευταία χρόνια σε κάθε γωνιά της τιμημένης ελληνικής υπαίθρου˙ αυτής ντε, της ευλογημένης με λαχανικά και φρούτα, με μπόλικο ήλιο, τίγκα στο χώμα και την πέτρα, με αφεντικά α’ και β’ διαλογής και με εργάτες παντός καιρού.

Μετανάστες βέβαια, μην πάει ο νου σας στο κακό.

Οι έλληνες είναι «φτιαγμένοι» για τις πιο ελαφριές σωματικά εργασίες, με σημείο εκκίνησης παντός τύπου διαταγή, υπόδειξη ή «ορμήνεια». Μόνο κάτι πιτσιρικάδες, μετρημένοι στις ρόδες ενός τρακτέρ, κάνουν κανα χαρτζιλίκι πλάι σε συνομηλίκους τους αλβανούς, βούλγαρους, αφρικανούς. Μην πάει (πάλι) ο νους σας στο κακό, αυτό γίνεται με διαφορετικούς όρους βέβαια, άλλο μεροκάματο, άλλη μεταχείριση και λοιπά.

για μια φυσιολογία της εργασίας

horafia_1Αλήθεια τώρα, ποια μικρο-μεσο-whatever αστική πλατούλα μπορεί πραγματικά να καταλάβει την αντοχή που χρειάζεται η γη όταν δουλεύεις πάνω της, ιδίως όταν δεν το κάνεις για τον εαυτό σου ή για να το μοιράζεσαι με άλλους, αλλά για χίλια δύο μικρομεσαία ή και τρισμέγιστα αφεντικά της ελληνικής υπαίθρου;

Αλήθεια τώρα, για να απαντήσουμε, μόνο ο μετανάστης εργάτης γης μπορεί να δώσει μια, κάποια απάντηση. Οπωσδήποτε, όχι μία που θα βρίσκεται κοντά στην σωματο-ψυχοσύνθεση της ντόπιας εργατικής διανόησης.

Το ελάχιστο που μπορεί να συνεισφέρει ένας αστικός κώλος σε μια περιγραφή της φυσιολογίας της εργασίας στα χωράφια είναι ότι πρόκειται για μια βαριά ζωή: σήκω 6 ώρα το πρωί, πήγαινε στην πλατεία να περιμένεις να σε πάρει το αφεντικό για δουλειά -αν δεν σε πάρει, σημαίνει ότι κάτι του έχεις κάνει, ενδεχομένως πήρες κανα ρεπό και διέκοψες το ρεκόρ συνεχόμενων ημερών που επιτάσσει η δουλειά, οι παραγγελίες και τα σούπερ-μάρκετ που πρέπει να είναι γεμάτα, γιατί η κατανάλωση τελευταία έχει ξεφύγει, λέμε τώρα-, μπες στο χωράφι με το θειάφι και ξεκίνα να κόβεις ντομάτα, πιπεριές, μελιτζάνες, όλα τα καλά.

Για το επόμενο 8ωρο η επίκυψη είναι η κυρίαρχη σωματική στάση εργασίας που είναι απαραίτητη για το περιδιαβαίνειν ανάμεσα στα χαριτωμένα, γεμάτα θειάφι και φάρμακα φυτά και το επακόλουθο κόψιμο των καρπών.

Επίκυψη όχι στατική και άχαρη, αλλά συνδυασμένη με το τράβηγμα ενός τελάρου (σε όπισθεν πορεία) που ολοένα γεμίζει και βαραίνει από τον ευλογημένο καρπό.

Σε ένα δεύτερο αλλά όχι ήσσονος σημασίας επίπεδο, η επόμενη σωματική απαίτηση για την ταχεία και αποδοτική (ευρύτερα μιλώντας «αναπτυξιακή») αποκομιδή του καρπού, είναι η μπαμ μπαμ κίνηση του καρπού των δαχτύλων του χεριού του ώμου, που με περισσή τσακαλοσύνη αρπάζει τον καρπό και τον τοποθετεί στο τελάρο.

Οι χρόνοι όλων αυτών των κινήσεων δεν ποικίλλουν, δεν υπάρχει με άλλα λόγια χρόνος για καλλιτεχνίες. Υπάρχει το αόρατο χέρι της αγοράς, που τελικά δεν είναι τόσο αόρατο – δια γυμνού οφθαλμού είναι οι έμποροι, οι μεσάζοντες και οι υπεραγορές που παραγγέλνουν όποτε «πρέπει», παραγγέλνοντας παράλληλα στον εργάτη γης περισσότερη εντατικοποίηση εργασίας: «πιο γρήγορα», επιμήκυνση ωραρίου (ο καύσωνας δεν είναι ανασχετικό στοιχείο 8ώρου διότι «οι μετανάστες αντέχουν, είναι σκυλιά») και διάφορα άλλα φυσιολογικά για την φυσιολογία των αγροτικών εργασιών.

Για τα πόδια και την ορθοστασία, δεν συντρέχει λόγος περιγραφής, βάλτε τη φαντασία σας να δουλέψει (καλύτερα από το να δουλεύει το σώμα, πιστέψτε το).

    φιγούρες και κουβέντες

Οι φιγούρες στην ελληνική αγροτική ύπαιθρο είναι μια ιστορία η καθεμιά από μόνη της˙ όλες μαζί συνθέτουν ένα τμήμα της εργατικής ιστορίας και της κοινωνικής υφής του ελληνικού κράτους στη μεταπολίτευση.

«Δεν βλέπουμε συχνά έλληνες να δουλεύουν στα χωράφια σαν και μας. Οι συνομήλικοί μου ούτε που θέλουν ν’ ακούσουν για χωράφι. Ο νους τους όλο στα μηχανάκια είναι. Ακόμη και μερικοί που έχουν οι πατεράδες τους κτήματα μου πουλάνε μούρη ότι δουλεύουν και κουράζονται. Εγώ πληρώνω τα φροντιστήρια μου, πληρώνω για το σπίτι, πληρώνω όπου υπάρχει ανάγκη», λέει ο αλβανός 17χρονος Κλ.

Τα αλβανικά χέρια που κόβουν ντομάτες και κουβαλάνε καρπούζια από το πρωί μέχρι το βράδυ, είναι μερικά από εκείνα τα χέρια που έχτισαν όλη την αθήνα την ώρα που ο οργασμός των ολυμπιακών αγώνων ήθελε τους ντόπιους να γίνονται δικηγόροι, γιατροί, διαχειριστές της επικοινωνίας και της αίγλης.

Ο κατ’ επίφαση αλβανικός κομμουνισμός, «σκατά με κρεμμύδια», όπως τον περιέγραφαν κάποιοι μεγαλύτεροι αλβανοί, σε συνεργασία με τα μούτρα του ελληνικού καπιταλισμού έστειλε φθηνό εργατικό δυναμικό στην ξεχωριστή γενιά των ελλήνων wannabe αφεντικών.

«Δουλέψαμε πολύ και σκληρά, στην Αθήνα, την Χαλκίδα όπου είχε δουλειά. Τα μεροκάματα τότε ήταν πολύ καλύτερα μέχρι και 60 ευρώ αλλά δεν είχαμε πάντα ασφάλιση, ανάλογα το αφεντικό. Θυμάμαι μια φορά όταν ήταν το ΠΑΣΟΚ πάνω, δουλεύαμε σ’ ένα νησί για έναν στο κόμμα – πρώτη και τελευταία φορά είχα ζήσει κάτι τέτοιο. Αφού τελειώσαμε τη δουλειά, μας έκανε ένα τραπέζωμα (σ’ όλους τους εργάτες) να μας ευχαριστήσει… πολύ ενδιαφέρονταν για μας τότε…», λέει ο Α.

Τα μεροκάματα στην Αλβανία (οικοδομές, δημόσια έργα, σερβιτοριλίκια κ.λπ) αυτήν την ώρα που μιλάμε είναι γύρω στα 6 ευρώ την ημέρα, μ’ ένα κόστος ζωής που ιδίως στις πόλεις κάνει απαγορευτική την παραμονή και τη διαβίωση. «Αμα πας στα Τίρανα, θα δεις κόσμο να ψάχνει στα σκουπίδια», λένε.

«Είναι καλοί εργάτες, σκληροί, αντέχουν», λένε οι ντόπιοι. Το μεροκάματό τους δεν πέφτει κάτω από τα 25 ευρώ αλλά καμιά φορά τσαντίζονται όταν τα αφεντικά υποτιμούν την «εργατικότητά τους» δίνοντας χαμηλότερα μεροκάματα σε πακιστανούς ή αφρικανούς. Είναι εκείνες οι συχνές στιγμές που η ταξική συγκρότηση πάει περίπατο – η κάθε εθνότητα διαπραγματεύεται διαφορετικά με το αφεντικό.

Στην ουσία οι διαδρομές, η σκληρότητα και οι δυσκολίες αλλάζουν. Άλλοτε έρχεσαι περπατώντας από τη βόρεια Αλβανία, περνώντας την Πίνδο και άλλοτε δίνεις 4.000 δολάρια σε δουλέμπορο για τη διαδρομή Ερυθραία-Ελλάδα. Αλλά μπροστά στην ανάγκη της επιβίωσης, οι διαδρομές ξεχνιούνται, οι παρεξηγήσεις γεννιούνται, η εθνική ταυτότητα συνδεδεμένη με την εξασφάλιση μεροκάματου αλλοιώνει τον διεθνιστικό χαρακτήρα της εργατικής συνείδησης και τάξης.

horafia2Οι κουβέντες όμως είναι κουβέντες, οι ματιές είναι ακόμη ανθρώπινες˙ μπορεί να μην υπάρχει πολιτική οργάνωση αντάξια των προοπτικών του κομμουνιστικού θεωρήματος και της κοινωνικής αυτοδιαχείρισης που οι αστικοί μας κώλοι διαβάζουν δώθε κείθε, ωστόσο η συνείδηση είναι εκεί: η ιστορία των καταπιεσμένων δεν ξεχνιέται εύκολα, είναι βίωμα συνεχές, συσσωρεύεται, ξεσπάει, καταστέλλεται, παραδίδεται, εξεγείρεται, ζει.

Ένας shqiptar (έτσι αποκαλούνται μεταξύ τους οι αλβανοί και έτσι με αποκαλούσαν για όσο καιρό βρέθηκα δίπλα τους) μου έδειξε μια μέρα τον ιδρώτα στο καπέλο του. «Κοίτα πως έχει γίνει, βλέπεις; Είναι σαν τη γραμμή των βουνών εκεί πάνω», είπε δείχνοντας την κορυφογραμμή του βουνού πάνω από το χωράφι.

Μια άλλη μέρα, ένας άλλος shqiptar, τη στιγμή που όλοι κοιτούν πόση ώρα έχει μείνει για το σχόλασμα (αξεπέραστη εργατική συνήθεια που είτε σε γεμίζει κουράγιο όταν ο χρόνος που απομένει είναι λίγος είτε σ’ απογοητεύει αν είναι περισσότερος απ΄ότι περίμενες), «εξεγείρεται».

«Μαλακίες, κάθε μέρα τα ίδια. Τι κοιτάμε πόση ώρα έχει μείνει; Νομίζουμε ότι χαιρόμαστε όμως αυτό που συμβαίνει είναι ότι μετράμε τα λεπτά της ζωής μας που φεύγουν και δεν ξανάρχονται».

Δημοσιεύτηκε  στο thecricket.gr στις 12 Σεπτεμβρίου 2014

Advertisements

ανάληψη ευθύνης

asger-Jorn-wallflower

Wallflower, 1958. Defiguration, Αsger Jorn

*

στις γειτονιές τα μπαρ δίνουν τα χέρια με γενιές

└ αλκοόλ

στη γαλαρία σημαίνει φωτιά σ’ όλους εκείνους

└ μπροστά

από την μπάρα όλοι τεντώνονται

να μιλήσουν δήθεν για συγκινητικά

└  και απόλυτα

να ήτανε τα πράματα, τα μάτια έχουν την τελευταία λέξη, με τη φωτιά και

└ τα συνθήματα

απέξω θυμίζουν πως μαζί πάμε πιο γρήγορα μακριά, δεν είσαι μόνος

└ σου

είπα στα γρήγορα ένα γεια και μου χαμογέλασες για πάντα

*

μέσ’ τα λεωφορεία προσποιούμαστε όλοι ότι είμαστε φιλήσυχοι επιβάτες που έχουν αποδεχθεί τη μοίρα τους, να μας μεταφέρουν από τη δουλειά, από τη δουλειά να ψάχνουμε για δουλειά και από τη δουλειά να παίρνουμε τους δρόμους για να δείχνουμε πάλι εμείς πως η πόλη βρίσκεται σε δουλειά και πώς το κράτος έχει πάντα μια μόνιμη αγκαλιά για δουλειά επάνω στις ανάσες μας, τις τελευταίες αλήτισσες που περιφρονούμε -και θα το μετανιώσουμε- γιατί δεν έχουν καμία επιτέλους γαμημένη δουλειά.

Αν δεν αναλάβουν τα σωθικά μας να μας βγάλουν γρήγορα από την αφετηρία, τη στάση και το τέρμα, τότε τα λεωφορεία θα επαναστατήσουν και μεις θα αναγκαστούμε να τα κουβαλάμε στις πλάτες μας για να βγαίνουν τα δρομολόγια που συνηθίσαμε.

*

μια παλιά αστική κατάθλιψη θέλει τα φώτα που ανάβουν τ’ αυτοκίνητα όταν σκοτεινιάζει να στέλνουν στην εξορία όσα περισσότερα αστέρια μπορούν. είναι εκείνη η αγχόνη στο λαιμό που θέλει τα όνειρα να γκρεμίζονται στο φως κάθε μέρας, είναι μια γρήγορη μπύρα που δεν επιτρέπει στην ελευθερία να στείλει στο διάολο το αυριανό μεροκάματο.

πίσω από τις μάντρες σκραπ βέβαια, οι σκουριές και τα άλλα υλικά μετρούν προσεκτικά τις κουβέντες τους όταν η συζήτηση γυροφέρνει στις αστικές καταθλίψεις.

*

το γράμμα κάποιου καλούσε σε εξέγερση εναντίον όσων χώριζαν τους ανθρώπους σε «όμορφους» και «άσχημους». «οι ανθρώπινες σχέσεις», διακήρυττε, «εκεί είναι η ρίζα Όλων». όμως στο μοναδικό υστερόγραφο του γράμματος έγραφε «ανάληψη ευθύνης» και μετά είχε ένα ερωτηματικό.

Αρέσει σε %d bloggers: