σκόρπια

by csyllas

 

* υπάρχουν ορισμένες βραδιές σ’ αυτό το αγαπημένο μας καμίνι που ενώ έχει αφόρητη ζέστη, φυσάει τόσο ιδανικά για να πάρει το κεφάλι μας λίγο πιο κει, κατά θάλασσα μεριά, σε μια παραλία που είχαμε πάει κάποτε και όταν κοιμόσουν σε κοίταζα πολύ – πιο επίμονα και από τον ήλιο. κάνω λες και δεν χόρτασα την άμμο εκείνο το καλοκαίρι, σα να τέλειωσαν τα κύματα που την έβρεχαν και ξαφνικά, κάπως, μεταμορφώθηκε σε πέτρα, έγινε ένας τεράστιος άνυδρος βράχος.

 
2014-02-23 13.12.41 (1)

* υπάρχουν πολλοί άνθρωποι που από παιδιά τους ρούφηξε ο κινηματογράφος και είδαν τη ζωή τους σα μια ταινία που διαφημίζεται από τους πάντες και απευθύνεται δυστυχώς στους πάντες. θεώρησαν ότι τα όρια της αναπνοής τους τρεμοπαίζουν μέσα σε τίτλους αρχής και τέλους, με πρωταγωνιστές και κομπάρσους και έναν σκηνοθέτη που δεν φωνάζει επιβλητικά αλλά αφήνει -όπως λένε- στον ηθοποιό την ελευθερία να βάλει ψυχούλα. δεν υπάρχει πιο καταραμένος και ψεύτικος χώρος. κι όμως εκεί μέσα οι πολλοί άνθρωποι χτίζουν φυλακές του κόσμου, νομίζοντας ότι με είδωλα και μακιγιάζ αυτός ο κόσμος πάει κάπου. πάει, πως δεν πάει, τρέχει ξέγνοιαστα προς τον διάολο.

* σε μια ταράτσα, ένα βράδυ που έκανα πως παραπάταγα, σε είδα να γελάς με την καρδιά σου. εγώ βέβαια από τη μεριά μου, δίπλωνα και ξαναδίπλωνα ένα σεντόνι φόβου που κουβαλάω τελευταία μήπως μου χρειαστεί. εσύ εκεί όμως, μια διαφορετική περίπτωση, ξυπόλητη, μόνη και χωρίς φόβο γέλαγες με την καρδιά σου. το μόνο που μ’ απασχολούσε να σου πω την αλήθεια ήταν να γελάσεις με τη δική μου καρδιά.

* ψάχνουμε σαν τους μαλάκες να βρούμε όσο το δυνατόν περισσότερους ναζί γίνεται. όσο περισσότερη σβάστικα, τόσα πιο πολλά κεριά ανάβουμε στην ενορία του φασισμού. γιατί την ώρα της λιτανείας:

ο άντρακλας κοιτάζει από πάνω μέχρι κάτω την γυναίκα επιδεικτικά, σαν αφιονισμένος κυνηγός που απειλεί, εκβιάζει, υποτιμάει και τρέχει με κλειστά μάτια για εκείνη την ώρα που του μάθανε. γιατί άμα σου έχουνε μάθει ότι υπάρχουν ώρες μέσα στον καπιταλισμό που πρέπει να γαμήσεις, σου ‘χουνε μάθει και πως πρέπει να τις διεκδικείς ανάλογα. ο έρωτας αντεστραμμένος στον φασισμό,

το αφεντιλίκι ξερογλείφεται κάθε φορά που του χαμογελάς με φόβο γιατί δεν μπορείς να κάνεις αλλιώς ενώ γύρω σου οι υπόλοιποι σού θυμίζουν εσένα, στο μέλλον. αλλά εσύ εκεί, νομίζεις ότι δεν μπορείς να κάνεις αλλιώς. και προτιμάς το δικό σου εφιαλτικό μέλλον, αρκεί που είναι Δικό σου,

το ύφος και η φωνή που σηκώνεται απάνω στον μετανάστη δίνουν δύναμη στα χέρια που τσακίζουν την ανθρώπινη ιστορία. και την κάνουν ιστορία των καταπιεστών, αυτή με την οποία ανακατευόμαστε.

* γιατί να μην δούμε μπαλίτσα και φέτος, δεν μπορώ να αντιληφθώ τα επιχειρήματα σας: πάντοτε γίνονταν και πάντοτε θα συμβαίνουν υποκριτές, να το κάνατε και στα προηγούμενα μουντιάλ, το εργατικό αίμα είναι μπόλικο μωρέ για να σε λερώσει τώρα, σήμερα που πάνε τα δικά μας παιδιά – τώρα βρήκατε; Μια μπάλα είναι η ζωή μας βρε μαλάκες, κλοτσάγαμε μικροί στο χώμα, πέφταμε με τα μούτρα χαρούμενοι, σπάγαμε κάτι δόντια – και μεγάλωσαμε για να χαριεντιζόμαστε με μάγους από φάρμακα εργαστηρίων. Από τα ίδια εκείνα εργαστήρια φτιάξανε μια μπάλα και μου την κλωτσήσανε ξανά στη μούρη, έγραφε πάνω παιδική εργασία, Κεφάλαιο, μαφίες, αίμα, καταπίεση, βούλωσέ το μπροστά στο Θέαμα και στοιχημάτισε πότε θα πεθάνεις και πόσο δίνει η διαφορά από το να αισθάνεσαι λίγο άνθρωπος και όχι καταναλωτής.

 

Advertisements