Ο κόσμος της δουλειάς: επισφαλείς που «δεν θα επέστρεφαν»

by csyllas

2013-04-23 01.17.06

Αθήνα, κέντρο. Ο κόσμος της δουλειάς δεν είναι ευχαριστημένος με τίποτα.

Ορισμένες αφηγήσεις μάλλον δεν βρίσκουν τον δρόμο τους στο κάδρο της κρίσης. Όχι απαραίτητα επειδή δεν έχουν εκείνη τη μαγική ιδιότητα του εμπορεύματος -για να «πουλήσουν»- αλλά ενδεχομένως επειδή θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια εντονότερη συζήτηση για το αξιακό σύστημα του καπιταλισμού και να αμφισβητήσουν τις κοινωνικές σχέσεις που διαμορφώνονται εντός του. Πού όμως τέτοια τύχη σε καταστάσεις έκτακτης ανάγκης;

Στο μεγαλύτερο ποσοστό της, η γενιά των 30άρηδων που σήμερα είναι άνεργοι ή εργάζονται με τη μεγαλύτερη δυνατή υποτίμηση, ανατράφηκαν σε ένα σύστημα όπου η διαδρομή ήταν στον πυρήνα της η ίδια: σπίτι/οικογένεια – σχολείο – πανεπιστήμιο – δουλειά/καλά λεφτά – οικογένεια (και φτου από την αρχή)· με διάφορες παραλλαγές αυτό ήταν το μοντέλο. Δεν είναι σίγουρο πώς αυτό το αξιακό πλαίσιο αλλάζει έτσι όπως ξεδιπλώνεται η συγκεκριμένη κρίση -διότι υπήρχε και πιο πριν, απλά αφορούσε ορισμένους- ωστόσο, στα μυαλά μερικών δείχνει να δοκιμάζεται, ακόμη και σήμερα που «είναι αργά», με την ανάγκη επιβίωσης να είναι πρώτη προτεραιότητα, με τον φόβο και την καταστολή να αποτελούν ρητές πολιτικές της οικονομικής και κοινωνικής εξουσίας.

Οι παρακάτω αφηγήσεις προέρχονται από ανθρώπους μιας γενιάς που μεγάλωσε πολιτικά με χρυσές εταιρικές υποσχέσεις και με όνειρα που στριμώχνονταν κάτω από την πίεση και την εκμετάλλευση της εργασίας. Ό, τι ήταν φυσιολογικό τότε, μοιάζει αφύσικο σήμερα. Ακόμη και σε μια «καλή δουλειά» με «καλά λεφτά», οι περισσότεροι θα γύριζαν την πλάτη. Θα προτιμούσαν να περάσουν (και περνάνε) με λιγότερα, παρά «να είναι καμμένοι ψυχολογικά και σωματικά». Θα πει κάποιος «όλοι εκ του ασφαλούς μιλάνε».

Εύλογο, θα μπορούσαν όμως και «να μην εκφραστούν έτσι» ή ακόμη περισσότερο «να μη ζήσουν με αυτόν τον τρόπο». Όπως είπε ένας από τους συνομιλητές μας: «Αντιλαμβάνομαι μάλλον τι σημαίνει όλο αυτό. Η ‘μη εργασία’ ή το να δουλεύεις ίσα ίσα για να επιβιώνεις, έχει σήμερα απενοχοποιηθεί. Ωστόσο, νομίζω ότι ορισμένοι μειώνουν αυτές τις σκέψεις, τις εκφράσεις, όταν λένε ότι δεν αποτελούν πολιτικό πρόταγμα. Και βέβαια είναι πρόταγμα, και μάλιστα κοινωνικό αφού έστω και σε μικρό βαθμό αυτές οι σκέψεις διατυπώνονται, μοιράζονται μεταξύ κάποιων. Η στάση του καθενός για το πώς θέλει ή δεν θέλει να ζήσει είναι πολιτική στάση».

«Ελάτε πίσω, η κρίση τέλειωσε»

Η Κατερίνα, 31 ετών, δούλευε για έξι χρόνια σε μία από τις μεγαλύτερες εταιρείες δημόσιων σχέσεων και επικοινωνίας. Εργαζόταν 12 με 13 ώρες την ημέρα, συμμετείχε στη διοργάνωση «event» που ήταν πολύ της μόδας τότε: lobbying, συμβουλευτικές υπηρεσίες και προσπάθειες για το κατάλληλο «spin» σε δημοσιεύματα που αφορούσαν πελάτες. Τα λεφτά «καλά» – εντάξει, θα μπορούσαν και καλύτερα. Γιατί δεν θα ξαναγύρναγε, αν είχε την ευκαιρία;

Αν και δέχομαι, όπως αρκετοί, τρομερή πίεση στα οικονομικά μου, δεν θέλω να ξαναγυρίσω στην ίδια δουλειά. Από το 2008 και έπειτα, όταν άρχισα να βλέπω ότι υπήρχαν άνθρωποι που δεν είχαν να φάνε, έβλεπα το μάταιο της δουλειάς μου. Δεν ανέχομαι να είμαι σε περιβάλλον όπου οι άνθρωποι πιστεύουν σ’ αυτό που αποκαλούν ‘ανάπτυξη’, με τέτοιους εξευτελιστικούς όρους εργασίας: δεν είχα χρόνο ν’ ασχοληθώ με φίλους, με ερωτικά ζητήματα, με πράγματα που γούσταρα όπως η φωτογραφία. Τρομερή πίεση, ανταγωνισμός, κακεντρέχεια που δεν οδηγούσε πουθενά· μ’ ένα στομάχι συνέχεια πρησμένο από το άγχος. Όσο για το χρόνο; Είχα, δεν μπορώ να πω: μόνο για να ψωνίζω….

Η Χριστίνα, έχοντας δουλέψει από κατάστημα με είδη πληροφορικής έως και σε οίκο μόδας (είχε και σχετικές σπουδές) συμφωνεί με την Κατερίνα και εξηγείται:

Δεν ξαναγυρνάω στα ίδια, αποκλείεται. Σκέφτομαι ότι θα πάθω καρκίνο αν ξαναπάω σε τέτοιες εταιρείες (σ.σ.: γελάει). Δεν με απασχολεί το τυράκι με τα 1000 ευρώ (βέβαια, τώρα, δεν υπάρχουν τέτοια ποσά) και η σκλαβιά που τα συνοδεύει. Θα μου συμπεριφέρονται σα να μου κάνουν χάρη, θα γυρίζω στο σπίτι στις 22:00 και θα περιμένω πότε να μου φύγει η ένταση για να κοιμηθώ και να σηκωθώ την επόμενη μέρα για το ίδιο ακριβώς μοτίβο. Το μόνο στο οποίο ξέσπαγα ήταν τα ψώνια. Καταλαβαίνω τώρα, περισσότερο από ποτέ, ότι αυτό το σύστημα εργασίας που επικρατούσε μας ήθελε έτσι: να μην προλαβαίνουμε να σκεφτούμε, μόνο να αγοράζουμε.

Δάφνη, έχει απολυθεί εδώ και 8 μήνες περίπου. Ανάμεσα σε ιστορίες για το επίδομα ανεργίας που παίρνει, κοιτάζει πίσω στη δουλειά της. Είναι κάτι που της άρεσε: σύμβουλος σταδιοδρομίας σε εκπαιδευτικό οργανισμό. Το ήξερε, ναι, εκπαίδευση μέσα στο καπιταλιστικό σύστημα. Ωστόσο, οι συνθήκες την έκαναν να τα δει «καλύτερα», όπως λέει:

Μου άρεσε αυτό που έκανα, δεν το κρύβω. Ωστόσο, το κυριότερο ήταν ότι όσο πέρναγε ο καιρός μου φαινόταν ότι δουλεύω σε κάτι εντελώς ξένο προς εμένα. Συνυπήρχα με ανθρώπους που είχαν πολύ διαφορετικά ‘πιστεύω’: το γεγονός ότι συμπεριφέρονταν σαν ‘σκληρή’ εταιρεία, λέγοντας μάλιστα τους φοιτητές ‘πελάτες’, ήταν κάτι που με αποξένωνε. Δεν νομίζω ότι θα μπορούσα να έχω ξανά τέτοια αφεντικά, δεν θα μπορούσα να δουλέψω κάτω από οποιονδήποτε ‘μάνατζερ’ τέτοιου είδους. Η ένταση που βίωνα στη δουλειά ήταν τέτοια που συνειδητοποιούσα ότι δεν μπορούσα να ζήσω αλλιώς. Ένιωθα ότι πνίγομαι. Τώρα, αν και περνάω δύσκολα, έχω ουσιαστική επαφή με τον χρόνο, έχω την επιλογή να χρησιμοποιήσω τον χρόνο όπως θέλω. Δεν θέλω να μου το στερήσει αυτό κανείς….

Η Τέττα, άνεργη σήμερα, έχει δουλέψει ως σύμβουλος σε μεγάλες εταιρείες, μετά έγινε δασκάλα, έχει βιώσει με λίγα λόγια διάφορους και διαφορετικούς ρυθμούς. Επιχειρεί να ερμηνεύσει τη συσσωρευμένη εργασιακή εμπειρία της:

Για μένα σε τέτοιου είδους δουλειές αναπαράγεται το φαντασιακό του καπιταλισμού – θεωρείται αξία να ‘μαχαιρώνεις’ τους άλλους για να φτάσεις εκεί που θέλεις. Ζούσα συνολικά 6 χρόνια σε τέτοιους ‘κόκκινους’ ρυθμούς. Έπρεπε να ‘είσαι ωραία, να ντύνεσαι ωραία, να λες τα σωστά πράγματα’. Μιλάμε για τόνους υποκρισίας όπου η επαγγελματική διαστροφή έμπαινε και στην προσωπική ζωή – έπρεπε να είσαι με τον σωστό άνθρωπο και να συμπεριφέρεσαι με τον σωστό τρόπο. Μια ζωή κατασκευασμένη. Και επειδή πολλοί μύθοι κυκλοφορούν για τον καλό και κακό δημόσιο ή ιδιωτικό τομέα, αυτή η ‘κατασκευή’ ίσχυε σχεδόν παντού. Ακόμη και στην εκπαίδευση από την οποία πέρασα, τίποτα δεν είχε σχέση με τη διδασκαλία στα παιδιά. Υπήρχε μόνο ένας ατέλειωτος αγώνας για το ποιος είναι’ ο καλύτερος επιστήμονας’, ποιος είχε τις περισσότερες δημοσιεύσεις και άλλα τέτοια φιλόδοξα.

Η Χριστίνα, έχει ένα πολύ ωραίο περιστατικό να προσθέσει στο εικόνισμα της φιλοδοξίας:

Ιούνιος του 2011, χημικά στο Σύνταγμα, ξύλο, γενικός χαμός, πολιτική ανακατωσούρα. Όσοι ήταν στο γραφείο, παρακολουθούσαμε τι συνέβαινε. Έρχεται λοιπόν το αφεντικό και μου λέει ‘η απόδοσή σου έχει πέσει και δεν πουλάμε πολλά ρούχα όπως θα έπρεπε’. Αυτά τώρα, σε μια εποχή μνημονίου, καταλαβαίνεις. Και όπως τ’ ακούω αυτά, λίγο πριν του δηλώσω την παραίτησή μου, ο τύπος κάνει ένα σχεδιάγραμμα για να μου δείξει που κυμαίνεται η απόδοσή μου. Μου δείχνει: ‘πάνω είναι ο γαμάτος, κάτω κάτω ο μαλάκας. Εσύ είσαι λίγο πιο πάνω από τον μαλάκα’. […].

2013-04-23 01.17.19

«Να κάνουμε το πανεπιστήμιο μια επικίνδυνη επένδυση για τα αφεντικά». Σημείο εκκίνησης: Πανεπιστημίου.

Ο Θ., άνεργος κι αυτός, γύρω στα 40, θεωρεί δηλώσεις σαν τις παραπάνω, μια υγιή και αυθόρμητη αντίδραση απέναντι στο ζήτημα εργασία.

Επειδή όμως ζούμε στο σύστημα που για να επιβιώσεις, χρειάζεσαι μια δουλειά, νομίζω ότι όσοι μιλάνε έτσι, μιλάνε μάλλον εκ του ασφαλούς. Για τον ανειδείκευτο εργάτη για παράδειγμα, δεν νομίζω ότι υπάρχει τέτοιο περιθώριο. Αν μιλάμε για μικρομεσαία στρώματα που επιβιώνουν με ό, τι ενδεχομένως έχουν κατορθώσει να συσσωρεύσουν οι οικογένειές τους, είναι διαφορετικά τα πράγματα.

Ο Κώστας Αποστολόπουλος, 31 ετών, σπούδασε μάρκετινγκ, προσπάθησε να βρει κάτι σχετικό πριν από χρόνια, δεν τα κατάφερε. Κυρίως διότι κατάλαβε ότι αυτό που σπούδασε δεν τον ενδιέφερε καθόλου και δεν ήθελε να ασχοληθεί. Πλέον ξέρει ότι είναι θέμα συνείδησης να μην πάει σε τέτοιες εταιρείες, θα προτιμήσει να κάνει «δουλειές του ποδαριού», όπως λένε με υποτιμητική διάθεση διάφοροι. Αυτοί που προσέφεραν όνειρα με διαβαθμίσεις.

Στον βαθμό που μπορώ να επιζώ, προτιμώ να περνάω με οικονομική στενότητα. Βέβαια, αν δεν μπορείς να επιζήσεις, δεν ξέρω αν μπορούν να ισχύσουν όλες αυτές οι αρνήσεις που διατυπώνουν κάποιοι.

«Αν τελειώσει το επίδομα, πραγματικά δεν ξέρω τι θα κάνω, να σου πω όμως ότι δεν με απασχολεί. Τουλάχιστον δεν θα έχω το ίδιο βάρος που είχα πριν, όταν δούλευα εκεί που δούλευα. Ακόμη και κάτι μικροδουλειές που κάνω, τις ευχαριστιέμαι γιατί επιλέγω με ποιους· με ανθρώπους που με καταλαβαίνουν», λέει η Δάφνη.

«Δεν έχω καμία οικονομική ‘πλάτη’, καλύτερα να τη βγάλω με ένα τοστ την ημέρα παρά να τρώω χαβιάρι που λέει ο λόγος και να είμαι πεθαμένη σ’ ένα χρόνο δουλειάς με τέτοιους ρυθμούς. Θα πλύνω και σκάλες, θα δουλέψω (όπως κάνω κατά καιρούς) ως σερβιτόρα· θα ξέρω πάντως ότι είναι δική μου επιλογή», συμπληρώνει η Κατερίνα.

«Αυτά που κάνω αυτήν την περίοδο, με το να κρατάω πιτσιρίκια, να κάνω τον κλόουν σε παιδικά πάρτι και να συμμετέχω παράλληλα σε αυτοδιαχειριζόμενες κοινότητες είναι πράγματα που με ‘γεμίζουν’ περισσότερο από οτιδήποτε άλλο. Η αξία και η ικανοποίηση που παίρνω από αυτές τις κοινότητες αποτυπώνεται παντού στη ζωή μου».

Η Τέττα, αν και προτιμά τον σημερινό τρόπο ζωής της, αν και δεν θα ξαναγυρνούσε στην «μηχανή του κιμά» εκτός αν «η ανάγκη ήταν μεγάλη», φαίνεται να είναι προσγειωμένη.

Δυστυχώς, δεν μπορούμε να φανταστούμε κάποια άλλη εικόνα από αυτή που προσφέρει ο καπιταλισμός, η ζωή μας είναι γεμάτη εθελοδουλεία, τα καταπίνουμε όλα. Με αυτά τα δεδομένα, νομίζω ότι είναι πρόσκαιρο όλο αυτό, αν δηλαδή οι εποχές κατανάλωσης επέστρεφαν, δεν θα είχαμε πρόβλημα να επιστρέψουμε σεαυτές. Μου φαίνεται ότι το πρόβλημα του κόσμου δεν είναι πρόβλημα με τον καπιταλισμό αυτόν καθεαυτόν.

Μπορεί, αλλά φαίνεται ότι όλοι έχουν τα προβληματάκια τους με αυτό το σύστημα, από τις αρχές του 20ου αιώνα και αισίως πλέον στον 21ο.

Γύρω στο ’80 ο συγγραφέας George Caffentzis εξηγούσε:

Όταν ήσουν στην αλυσίδα, έβλεπες με τα μάτια σου την εργατική σου δύναμη να αποκρυσταλλώνεται στη μορφή του εμπορεύματος, έβλεπες τη ζωή σου να χάνεται στον ορίζοντα της κίνησης του ιμάντα, ένιωθες την αλλοτρίωση, υλική, καθημερινή, να κεντά το πετσί σου […] όσο για τον ‘ενεργειακό/πληροφοριακό’ τομέα, εκεί πνίγεσαι στην πλημμύρα του σταθερού κεφαλαίου που σε περιτριγυρίζει, νιώθεις σα να μην σε εκμεταλλεύονται καν, σαν να ‘σαι υπηρέτης της μηχανής ή ακόμη και ‘προνομιούχος’, ένα περήφανο μικρό κομματάκι του ‘εγκεφάλου του συστήματος’.

Σήμερα, 2013, οι «πνιγμένοι» των τομέων της πληροφορίας και της αγοράς των υπηρεσιών, έχουν κάτι να πουν.

Σημ: George Caffentzis: Η εργασία, η ενέργεια, η κρίση και το τέλος του κόσμου (σελ. 27-139). Εκδόσεις «Αρχείο 71 – αυτόνομο εργαστήρι έρευνας και αυτομόρφωσης».

Δημοσιεύτηκε στο enfo.gr στις 12/05/2013

 

Advertisements