«Υπομονή, μέχρι να ρολάρει το σύστημα»

by csyllas

slavery  Ήταν Σεπτέμβριος του 2012 όταν ο υπουργός Εργασίας Γιάννης Βρούτσης «πάγωνε» το ζήτημα της μετάβασης στην εξαήμερη εργασία σ’ όλες τις επιχειρήσεις επισημαίνοντας ότι οι διαπραγματεύσεις με την τρόικα (για τον μηχανισμό του κατώτατου μισθού, την «ευελιξία» στα ωράρια εργασίας, τη μείωση των αποζημιώσεων κ.α.) «συνεχίζονται». Μετά από την αναστάτωση που προκάλεσε εκείνο το περίφημο email της τρόικας (προς τα υπ. Οικονομικών και Εργασίας) με τις προτάσεις για τα εργασιακά, η κυβέρνηση επιλέγει πολιτική «συστολής»: κάθε φορά που επανέρχεται η συζήτηση, απαντά με φράσεις όπως «είναι νωρίς ν’ ανοίξουν νέα κεφάλαια στα εργασιακά», «πρέπει να αποτιμηθούν οι προηγούμενες αλλαγές» και με λοιπά παρόμοια, επιφυλακτικά σχόλια.

Ωστόσο, τουλάχιστον όσον αφορά την μετάβαση στην εξαήμερη εργασία, τα πράγματα φαίνονται να ξεκαθαρίζουν. Πολύ καλά πληροφορημένη πηγή δηλώνει ότι η εξαήμερη εργασία θα επεκταθεί σ’ όλες τις επιχειρήσεις, χωρίς να ξεπερνά το συμβατικό ωράριο των 40 ωρών. Το σημαντικό ζήτημα εδώ βέβαια, συνδυαστικά με τις ημέρες εργασίας, είναι το ωράριο· διότι οποιαδήποτε παραπάνω ώρα θεωρείται, σύμφωνα με το νόμο, υπερεργασία, και άρα πρέπει να πληρώνεται.

«Αυτό που ‘φοβόμασταν’ ήταν η επέκτασή του 6ημέρου στα εμπορικά καταστήματα, κάτι που προβλέπεται από το 3ο μνημόνιο, με το νόμο 4093/2012», σχολιάζει συνεργάτης του ΙΝΕ-ΓΣΕΕ. «Το 6ήμερο πρέπει να είναι απόρροια Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας· εφόσον όμως δεν υπάρχει συλλογική σύμβαση να καλύπτει τον εργαζόμενο, τότε ισχύει το 6ήμερο το οποίο πρέπει να απλώνεται στο συμβατικό ωράριο των 40 ωρών – οποιαδήποτε παραπάνω ώρα πρέπει να πληρώνεται», διευκρινίζει ο ίδιος συνεργάτης.

Η εξαήμερη εργασία, βέβαια, ρυθμιζόταν προηγουμένως με τον νόμο 3846/2010 με πρόβλεψη για προσαύξηση της αμοιβής του ημερομίσθιου κατά 30%, με εξαίρεση τις ξενοδοχειακές και επισιτιστικές επιχειρήσεις όπου καταβάλλεται απλά το ημερομίσθιο. Η σχετική συζήτηση, σύμφωνα με τον καθηγητή εργατικού δικαίου και συνεργάτη του ΙΝΕ/ΓΣΕΕ Γιάννη Κουζή, «εντάσσεται στη λογική της ελαστικής διευθέτησης του συνολικού εργάσιμου χρόνου με τη δυνατότητα αυξομείωσης των ωραρίων χωρίς την πληρωμή υπερωριών σύμφωνα με τις ανάγκες των επιχειρήσεων και κατόπιν συλλογικής συμφωνίας».

Στον κλάδο βέβαια του επισιτισμού, των τουριστικών επαγγελμάτων, οι εργασιακές συνθήκες είναι από καιρό «έτοιμες». Η εξαήμερη εργασία με 10 και 12 ώρες την ημέρα ήταν ήδη πραγματικότητα. Ο πρόεδρος της ΠΟΕΕ-ΥΤΕ Παναγιώτης Προύντζος δεν προλαβαίνει, όπως λέει, να ασχολείται με εργατικές διαφορές. «Στον κλάδο υπάρχουν άνθρωποι που δουλεύουν 10 και 12 ώρες με μεροκάματα κάτω από 30 ευρώ, μπορεί μέχρι και 20 ευρώ τη μέρα. Οι περισσότεροι από τους μισούς είναι ανασφάλιστοι. Ακόμη και κλαδική σύμβαση να υπογράφανε ορισμένες από τις εργοδοτικές οργανώσεις, δεν θα ήταν σε θέση να την εφαρμόσουν», σχολιάζει και συνεχίζει:

«Υπάρχουν πολλές περιπτώσεις στον χώρο των ξενοδοχειακών επιχειρήσεων όπου εργοδότες χρωστάνε χρήματα (επιδόματα αδείας κ.λπ) ενώ συχνό είναι πλέον το φαινόμενο όπου ‘εκβιάζουν’ για ατομικές συμβάσεις».

«Κάντε υπομονή, μέχρι να στρώσουν τα πράγματα»

Η Μιλένα Πάβλοβα αποτελεί ένα από τα πολλά παραδείγματα υποτιμημένης εργασίας (σε ταχυφαγείο μέσα στα PRAKTIKER), πολύ πριν την εποχή των μνημονίων· ένδειξη πως η κρίση προϋπήρχε, πριν ν’ αγγίξει τα ευρύτερα μεσαία στρώματα. «Δουλεύαμε 6 μέρες την εβδομάδα ενώ είχαμε υπογράψει σύμβαση για πέντε μέρες. Ανάλογα με τις ανάγκες του καταστήματος δουλεύαμε από 8 έως 14 ώρες. Μετά από αρκετά χρόνια ενώ δεν παίρναμε άδεια για καλοκαίρι (χαρακτηριστικά, μόλις μας προσέλαβε μας είπε ότι ‘ξεχάστε τις άδειες το καλοκαίρι’) και χωρίς να μας πληρώνει τις περισσότερες ώρες, τον κατήγγειλα στην επιθεώρηση Εργασίας», λέει η Πάβλοβα. Στην καταγγελία της, το αφεντικό «απάντησε» με μήνυση για υπεξαίρεση 19.000 ευρώ μέσα σε έξι μέρες. Ήθελε να την απολύσει χωρίς να πληρώσει αποζημίωση και λοιπά επιδόματα που χρωστούσε.

«Επειδή δεν είχε το απαιτούμενο προσωπικό κάποιοι έφευγαν από τη δουλειά γιατί δεν άντεχαν τις επιπλέον μέρες και ώρες. Πολλές φορές έπαιρνες ταξί μόλις τελείωνες τη βάρδια στο Ελληνικό για να πας στην Πειραιώς. Πάντα μας έλεγε ‘κάντε υπομονή μια εβδομάδα ακόμη, θα φέρω άτομα», θυμάται η Πάβλοβα.

Η τελευταία φράση θυμίζει κάπως την υπομονή που ζητούν οι μνημονιακές κυβερνήσεις κάθε φορά που η οικονομική ανάπτυξη είναι καθοδόν. Και ενώ συνεχίζονται τα πανηγύρια για τις επενδύσεις τύπου Cosco και τη συμφωνία της κινεζικής εταιρείας με την ΤΡΑΙΝΟΣΕ και την Hewlett Packard, οι εργασιακές συνθήκες αποδεικνύονται διαφορετικές.

Ο Δημήτρης Μπατσούλης, πρώην εργαζόμενος (βοηθός χειριστή ανυψωτικού μηχανήματος), στην προβλήτα ΙΙ του ΟΛΠ όπου δραστηριοποιείται η Cosco, «είδε και απόειδε» να «κυνηγήσει» το δίκιο του και να δημοσιοποιήσει όχι μόνο την ιστορία του αλλά και το καθεστώς που φέρουν οι επενδύσεις που επιχαίρει η κυβέρνηση Σαμαρά.

Έχοντας προσληφθεί από την υπεργολαβική επιχείρηση Διακίνηση Α.Ε. η οποία νοικιάζει εργαζομένους στη θυγατρική της Cosco, ΣΕΠ Α.Ε., ο Mπατσούλης βρισκόταν σε μια συνεχή ετοιμότητα ώστε να δουλέψει όποτε και για όσο του ζητηθεί. Χωρίς να υπάρχουν τα προβλεπόμενα προγράμματα εργασίας, τόσο για ενημέρωση των εργαζομένων όσο και προς γνώση της Επιθεώρησης Εργασίας Πειραιά ή Κερατσινίου, τα γραπτά μηνύματα που στέλνονταν στο κινητό του αποτελούσαν ειδοποίηση για βάρδια, πολλές φορές ακόμη και δυο ώρες πριν την έναρξή της. Χωρίς να ξέρει το ρεπό του, αναγκαζόταν να δουλέψει μέχρι και 12 συνεχόμενες μέρες χωρίς ρεπό και εντωμεταξύ να είναι ταυτόχρονα πρωινή και βραδινή βάρδια.

Σε διάστημα δύο μηνών οι εργαζόμενοι είχαν υπογράψει τρεις ατομικές συμβάσεις διαφορετικές μισθολογικά, μια εκ περιτροπής και την ίδια μέρα μία αορίστου χρόνου. Στην πρώτη περίπτωση το πρόγραμμα δεν τηρήθηκε ποτέ ενώ στη δεύτερη οι υπερωρίες δεν πληρώθηκαν σύμφωνα με τη συλλογική σύμβαση των χειριστών που έληγε το 2012. Υπό αυτές τις συνθήκες ο Μπατσούλης θέλησε να συστήσει σωματείο για να διεκδικήσει τα νόμιμα, ωστόσο, απολύθηκε. Το πόρισμα της Επιθεώρησης Εργασίας που ακολούθησε, και ενώ αναμένεται η σχετική δικαστική απόφαση, ήταν «καταπέλτης» καθώς υποδεικνύει στον εργοδότη την τακτοποίηση των οφειλόμενων προσαυξήσεων, κάνει λόγο για «καταδολίευση του θεσμού της μερικής-εκ περιτροπής απασχόλησης και, τέλος, αναφέρεται στον καταχρηστικό χαρακτήρα της απόλυσης λόγω συνδικαλιστικής δράσης.

cosco_batsoulis

Δ. Μπατσούλης
Φωτό: Eirini Vourloumis – International Herald Tribune

«Όλοι δουλεύαμε για το ίδιο αντικείμενο με διαφορετικά μισθολόγια· δίπλα μου ήταν υπάλληλος της ‘Διακίνησης’, παραδίπλα μου υπάλληλος της Cosco», σχολιάζει ο Μπατσούλης και συνεχίζει: «Αν η Cosco είχε πρόβλημα μ’ αυτά που συνέβαιναν με μας θα μπορούσε να θέσει βέτο. Ωστόσο, το μόνο που την ένοιαζε ήταν να βγει με όποιον τρόπο η επένδυσή της».

«Δεν υπήρχε τρόπος να φτάσουν οι καταγγελίες μου στα ΜΜΕ: τα περισσότερα είναι συστημικά και δεν θα μπορούσαν να δημοσιεύσουν κάτι που πλήττει τις επενδυτικές επαγγελίες της κυβέρνησης. Τελικά κατάφερα να έρθω σ’ επαφή με τους New York Times και να δημοσιευτεί η ιστορία μου. Nα σημειώσω εδώ ότι μετά από τη δημοσιότητα που πήρε το θέμα, βγήκε, όπως μου λένε, κάποιο τυπικό πρόγραμμα ενώ πλέον δεν στέλνουν στους εργαζομένους γραπτά μηνύματα στο κινητό, διότι χρησιμοποιήθηκαν στο δικαστήριο ως αποδεικτικό στοιχείο στη δική μας υπόθεση».

Στον δημοσιογραφικό κλάδο και συγκεκριμένα σε ιστοσελίδες εφημερίδων, οι εξελίξεις δεν αφήνουν ασυγκίνητους τους εργοδότες. Οι ατομικές συμβάσεις με 6ήμερη εργασία έχουν ήδη κάνει την εμφάνισή τους· για να σταθούν νέα ή παλιά εγχειρήματα γίνονται θερμές παρακλήσεις («παλιά τους τέχνη κόσκινο»)  από διευθυντές και συμβούλους για περισσότερη δουλειά: «ώσπου να στρώσουν τα πράγματα» […] «μέχρι να ρολάρει το σύστημα» κ.λπ. Ακόμη και «ανθεκτικά» στη δουλειά άτομα έχουν να λένε:

«Δεδομένου ότι για να βγάζω τα προς το ζην αναγκάζομαι να κάνω και δεύτερη δουλειά μέσα στην εβδομάδα, με αποτέλεσμα να χαρακτηρίζουν την καθημερινότητά μου εξαντλητικοί ρυθμοί, κακά τα ψέματα, μία μέρα ανάπαυσης την εβδομάδα δεν αρκεί (φτάνει να υπολογίσει κανείς τη συσσωρευμένη κούραση της εβδομάδας σε συνδυασμό με εκκρεμείς υποχρεώσεις τις οποίες περιμένει κανείς να διεκπεραιώσει ένα Σάββατο, μία Κυριακή, είτε είναι γραφειοκρατικές, είτε οικογενειακές). Και αυτό είναι κάτι το οποίο θα έπρεπε πρωτίστως να απασχολεί τον εργοδότη μου, με την έννοια της αποδοτικότητας και μόνο, του καθενός από εμάς», λέει ο Π., δημοσιογράφος που καλύπτει πολιτικό ρεπορτάζ. Καταλήγει:

«Ένας ξεκούραστος εργαζόμενος είναι και ένας αποδοτικός εργαζόμενος. Όσο χαλάει το πράγμα στο πρώτο σκέλος, άλλο τόσο χαλάει και στο δεύτερο. Απλά μαθηματικά. Κι αν κανείς ισχυρίζεται πως όσο περισσότερο δουλεύει ένας εργαζόμενος, τόσο καλύτερος γίνεται, εν προκειμένω έχω να πω: Οι 5 μέρες την εβδομάδα είναι αρκετές για την εξέλιξή μου. Η 6η μέρα είναι αρκετή μόνο και μόνο για να μην παίρνω τελικώς ανάσα, με ό,τι αυτό συνεπάγεται».
Δημοσιεύτηκε στο thepaper.gr, 4 Mαρτίου 2013 – με τίτλο «6ήμερη εργασία… παντού».

Advertisements