Delirium

C'est de la racaille ? Eh bien, j'en suis ! – Alèssi Dell'Umbria

Month: Μαρτίου, 2013

Rethink Athens: μέσα στης πόλης τα στερνά

Rethink-Athens-logo

ρε σκέψου την αθήνα

Με αφορμή την πρόσφατη ανακοίνωση της νικητήριας πρότασης για τον διαγωνισμό Rethink Athens, την πεζοδρόμηση της Πανεπιστημίου και της «ανασυγκρότησης του κέντρου της Αθήνας», παραθέτουμε ένα κομμάτι από τον «αντίλογο» που δεν φάνηκε σχεδόν πουθενά· για το κέντρο της Αθήνας, ως πεδίο πολιτικής διεκδίκησης.

Πρόσφατα, η σύσσωμη παρουσία της τρικομματικής κυβέρνησης «ευλόγησε» τη νικητήρια πρόταση για τον αρχιτεκτονικό διαγωνισμό Rethink Athens -για την πεζοδρόμηση της οδού Πανεπιστημίου και την ανασυγκρότηση του κέντρου της Αθήνας-. Ακόμη και η αντιφατική στάση του ΣΥΡΙΖΑ απέναντι στο ζήτημα, ενίσχυσε την επιχειρηματολογία περί «αναγκαίου έργου» που «κάποτε έπρεπε να γίνει, ιδιαίτερα τώρα μέσα στην οικονομική κρίση».

«Χρωστάμε στους κάτοικους της Αθήνας ένα ελκυστικό κέντρο», δήλωνε ο Δημήτρης Παπαδημούλης την ίδια ώρα που το Τμήμα Χωρικού Σχεδιασμού και Υποδομών ΣΥΡΙΖΑ-ΕΚΜ έβγαζε ανακοίνωση με ενστάσεις για τη διαδικασία του διαγωνισμού.

Οι ενστάσεις αφορούσαν την παραβίαση διεθνών συμβάσεων που προβλέπονται από τη Διεθνή Ένωση Αρχιτεκτόνων, κάνοντας λόγο για «ιδιωτικό» αρχιτεκτονικό διαγωνισμό εκτός δημοσίου ελέγχου για «ένα σημαντικό δημόσιο έργο». Το ίδρυμα Ωνάση ανέλαβε να χρηματοδοτήσει και να οργανώσει τον διαγωνισμό και τις μελέτες που χρειάζονται μέχρι την τελική δημοπράτηση του έργου – μελέτες που είχαν ξεκινήσει από το 2010, από τις Σχολές Αρχιτεκτόνων και Πολιτικών Μηχανικών του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου σε συνεργασία με το ΥΠΕΚΑ· υπεύθυνος αυτών των ερευνητικών προγραμμάτων και μετέπειτα επιστημονικός σύμβουλος του Ιδρύματος Ωνάση για τον αρχιτεκτονικό διαγωνισμό είναι ο καθηγητής του ΕΜΠ Παναγιώτης Τουρνικιώτης.

Εκτός από αυτές τις ενστάσεις νομοτυπίας, οι ουσιώδεις αντιδράσεις ή ο αντίλογος στα επιμέρους σημεία ενός έργου που φιλοδοξεί να γίνει κομβικό σημείο στον ευρύτερο κοινωνικό και πολιτικό σχεδιασμό του κέντρου, είναι λίγες· τουλάχιστον με όρους μαζικότητας. Με όρους ποιότητας προβληματισμού και κριτικής ανάλυσης, ωστόσο, τα πράγματα είναι διαφορετικά – αξίζει κανείς να ρίξει μια ματιά.

«Ενεργοποιήθηκε μια παλιά ιδέα που ήταν στο ρυθμιστικό σχέδιο της Αθήνας, με στόχο το κέντρο να γίνει ‘κάτι’ που φαίνεται ότι μπορεί να κατοικηθεί από εύπορα στρώματα», λέει η δημοτική σύμβουλος Αθήνας Ελένη Πορτάλιου η οποία έχει επιχειρηματολογήσει για τον προϋπολογισμό του έργου: με λιγότερα χρήματα σ’ αυτήν τη συγκυρία θα μπορούσαν να γίνουν πιο μικρά και πιο αναγκαία έργα. Επιπλέον, εξηγεί το σκεπτικό της: «Νομίζω ότι αυτός ο διαγωνισμός αποτελεί μια ακόμη χειρονομία της κυβέρνησης ότι μπορεί, ακόμη και μέσα στην κρίση, να παράγει έργο: η γκλαμουριά αυτού του διαγωνισμού έρχεται ως συνέχεια μιας περιόδου τρομερής καταστολής, με τις αστυνομικές επιχειρήσεις κατά των μεταναστών και τελευταία με την επίδειξη δύναμης κατά των τοξικομανών, με τη συνδρομή πλέον και του ΚΕΕΛΠΝΟ».

Η δράση των αστυνομικών εκκαθαριστικών επιχειρήσεων σε συνδυασμό με τα κυκλώματα της κτηματαγοράς και τις ποικίλες επενδυτικές επιδιώξεις από τα τουριστικά και ξενοδοχειακά «λόμπι» ως τις κάθε λογής «μικρές» μαφίες, αποτελούν, όπως έχει δειχθεί, κομμάτια σε διαδικασίες εξευγενισμού (gentrification). Η τεχνητή υποβάθμιση περιοχών (που ρίχνει τις αξίες γης και τις τιμές ακινήτων) και οι επακόλουθες επενδύσεις/εκμεταλλεύσεις είναι ένα σχήμα που προσφέρει κάποιες εξηγήσεις στο «γιατί τώρα», «από ποιους» και «με ποιο σκοπό». Ποιος ωφελείται από αυτόν και κάθε αστικό μετασχηματισμό;

«Η κρίση μας έφερε προ ενός τετελεσμένου. Δε θα μπορούσαμε να πιστεύουμε ότι η πτώση της εμπορικής κίνησης στο κέντρο ή η υποβάθμισή του έχει να κάνει με τους μετανάστες, ούτε με τις επαναλαμβανόμενες πορείες. Και γι’ αυτό κανένας αστικός σχεδιασμός δε θα είχε στόχο να τονώσει την εμπορική κίνηση. Όπως η κεντρική διοίκηση αδιαφορεί για τη ζωές των πολιτών, εξουθενώνοντας τους οικονομικά και κοινωνικά, έτσι και στον αστικό σχεδιασμό δεν υπάρχει μέριμνα για τον χρήστη του δημόσιου χώρου», σχολιάζει η Πετρούλα Σεπετά, αρχιτέκτονας.

«Οφέλη από τον αστικό σχεδιασμό θα έχουν μόνο οι επενδυτές, αυτοί που έχουν ήδη επενδύσει ή που θα επενδύσουν. Σε αυτό το πλαίσιο λοιπόν ο δημόσιος χώρος θα αρχίσει να μοιράζεται. Κι όπου δε μοιραστεί, θα περιοριστεί η χρήση του – και ως πεδίο διεκδίκησης -. Μένει στον πολίτη μόνο ο χώρος που θα οικειοποιηθεί. Ο δημόσιος χώρος, ιδίως μετά τους Ολυμπιακούς Αγώνες, έγινε το πεδίο πολιτικής διεκδίκησης: διεκδικείται και χρησιμοποιείται για διεκδίκηση (όπως το πάρκο Ναυαρίνου, το Σύνταγμα το καλοκαίρι του 2011 κλπ.)», καταλήγει.

Η Δήμητρα Σιάτιστα, από την ομάδα Encounter Athens θέτοντας μια σειρά ερωτήματα γύρω από το έργο της πεζοδρόμησης γράφει:

«Σε περίοδο κρίσης, οι επιπτώσεις της οποίας είναι απρόβλεπτες για τις ζωές όλων των κατοίκων, η πόλη παραδίδεται σε μηχανισμούς real estate και κερδοσκοπίας που δεν ενδιαφέρονται για οτιδήποτε άλλο πέρα από το ιδιωτικό κέρδος. Στην συγκυρία δυστυχώς, πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι η πεζοδρόμηση ενός κεντρικού δρόμου της Αθήνας, ως πρόσκληση επενδύσεων και ανάπτυξης στην προοπτική αύξησης των αξιών στο κέντρο ως διεξόδου στα προβλήματα που αντιμετωπίζει σήμερα, εκτός από επισφαλής, είναι μια πράξη διχαστική, μια πράξη πολέμου απέναντι σε αυτούς -και είναι πάρα πολλοί- που αποκλείονται από αυτές τις διαδικασίες. Η κοινωνική παράμετρος μοιάζει και πάλι να εξαφανίζεται υπό το βάρος των τεχνοκρατικών προσεγγίσεων, ως μια παράμετρος που είναι αρμοδιότητα “άλλων”».

Παράλληλα, στην πιο συγκροτημένη, κατά τη γνώμη μας, κριτική για τον διαγωνισμό Rethink Athens, «o αρχιτεκτονικός διαγωνισμός re-think Athens και η ιδεολογική/συμβολική σημασία του αθηναϊκού κέντρου» (μπροσούρα του «αυτοδιαχειριζόμενου στεκιού αρχιτεκτονικής»), γράφεται χαρακτηριστικά:

«Μπορεί η δημόσια ρητορική της περιόδου της ευημερίας να εξόρισε την εργασία στο περιθώριο, μπορεί να την έκανε ‘δουλειά’. Όμως η κοινωνική και οικονομική πραγματικότητα της κρίσης ξαναέφερε τη λέξη ανεργία στο προσκήνιο. Και καθώς η κατανάλωση φθίνει όλο και περισσότερο λόγω κρίσης, οι υποσχέσεις για περισσότερη ‘απόλαυση της πόλης’ μοιάζουν, μάλλον, ψυχοφάρμακα πολυτελείας…».

Η «αγορά» και οι άνθρωποι (της)

Πολλοί, μεταξύ των οποίων και αρχιτέκτονες, υποστηρίζουν, ότι το «κύρος» του ιδρύματος Ωνάση, σε αντιδιαστολή με το «άχρηστο» κράτος, μπορεί και πρέπει να φέρει σε πέρας ένα έργο «μείζονος κλίμακας», όπως η πεζοδρόμηση της Πανεπιστημίου. Και για ένα περίεργο λόγο, δίπλα σ’ αυτήν την τοποθέτηση υπάρχει πάντα και η επιθυμία για ένα «πιο ανθρώπινο κέντρο». Το «κύρος» με την κρατική αστυνόμευση δείχνουν να πηγαίνουν χέρι-χέρι.

Στη στάση του μετρό στο Σύνταγμα, στο stand που έχει στήσει το Rethink Athens, μπορεί κανείς να «κρυφακούσει» τι λένε οι «περαστικοί» – κάτοικοι της πόλης. Ένας στους πέντε θα πει «α, δεν έχω πρόβλημα με το κυκλοφοριακό που θα δημιουργηθεί, αυτό που πρέπει να γίνει όμως -αν είναι να γίνει κάτι- είναι να διώξουν τους μετανάστες, τους τοξικομανείς και τους αστέγους». Οι υπόλοιποι κινούνται σε «αόριστα» ευχολόγια όπως «ας γίνει κάτι επιτέλους για το κέντρο».

Άνθρωποι της αγοράς δεν αρνούνται ότι οι βίαιες μετακινήσεις εξαρτημένων και αστέγων από την αστυνομία συμβάλουν στο να πέφτει η αγοραστική αξία των ακινήτων ενώ την ίδια στιγμή εξυπηρετούνται και χωρικά κάθε λογής εγκληματικά συμφέροντα. Το κέντρο, σύνθετο και υπό διαρκείς κοινωνικο-οικονομικές αλλαγές, εμφανίζει έναν κυρίαρχο, «διπλό» χαρακτήρα: από τη μια εμφανίζεται ως χώρος κατανάλωσης την ίδια στιγμή που αποτελεί κόμβο συσσώρευσης εγκληματικού κεφαλαίου. Ο «διπλός» αυτός χαρακτήρας αποτυπώνεται και στις αξίες ακινήτων. «Μέσα σ’ ένα ή δύο τετράγωνα μπορείς να βρεις κάποια πολύ ακριβά ακίνητα (ανακαινισμένα κλπ) και λίγο πιο πέρα ένα πολύ πιο φτηνό – το οποίο αλλάζει χέρια συνέχεια από κάθε είδους ‘μαφίες’», σχολιάζει ο Α., κάτοικος στο Μοναστηράκι.

epeisodia_poreia_athina1

πόσο πιο όμορφη θα ήταν η εικόνα με μια πεζοδρομημένη πανεπιστημίου; rethink.

«Τα μεγάλα ακίνητα ανήκουν σε τράπεζες, σε ιδρύματα και στην εκκλησία. Υπάρχουν βέβαια και πολλοί εφοπλιστές οι οποίοι δεν θέλουν να ‘φαίνονται’, έχουν ήδη αγοράσει διάφορα ακίνητα στο κέντρο και περιμένουν να σταθεροποιηθούν οι συνθήκες», εκτιμά ο Γιάννης Καρούμπας, στέλεχος στο Τμήμα Διεύθυνσης Καθυστερήσεων της Alpha Leasing. «Πολλά ακίνητα ανήκουν σε πολιτικούς, σε παλιές οικογένειες βιομηχάνων· αυτά σπάνια αλλάζουν χέρια».

Αναφορικά τώρα με το επιχείρημα της εμπορικής και οικονομικής ενίσχυσης του κέντρου από την πεζοδρόμηση, στελέχη μεσιτικών γραφείων σχολίασαν ότι αν η συγκεκριμένη παρέμβαση προχωρήσει, θα προσδώσει υπεραξία στα ακίνητα που υπάρχουν στο μέτωπο της Πανεπιστημίου, στα γραφεία εταιρειών που βρίσκονται κατά μήκος της κλπ.

Την ίδια στιγμή, αρκετοί συγκλίνουν στο ότι τα «λουκέτα» των μικρομεσαίων εμπορικών καταστημάτων καθώς και των ακινήτων που τα στεγάζουν θα «βγουν» από την αγορά: «το πιο πιθανό είναι να μην βρεθεί ενοικιαστής, όλα αυτά τα μαγαζιά θα μείνουν ενδεχομένως ως αποθήκες. Δεδομένου μάλιστα ότι το μοντέλο έχει αλλάξει, με τις αντοχές των εμπορικών κέντρων να είναι μεγαλύτερες, η δραστηριότητα θα συγκεντρωθεί σε λίγα χέρια και σε μεγάλους, κεντρικούς δρόμους».

Σε συνδυασμό με τις επαγγελίες του νέου ρυθμιστικού όμως -προβλέπεται η ανάδειξη του θαλάσσιου μετώπου (ανάπλαση του φαληρικού όρμου, έργο το οποίο προετοιμάζει με χρηματοδότηση το ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος)- η «αναβάθμιση» για τον κέντρο καθίσταται μάλλον δυσλειτουργική. Αν οι καταναλωτές παραμείνουν στα προάστια και προτιμήσουν τα «τοπικά» εμπορικά, η «νέα» Πανεπιστημίου θα αναγκαστεί  να τραβήξει κόσμο από εμπορικούς δρόμους όπως η Αιόλου και η Ερμού. «Κάτι σαν μια μορφή ανακύκλωσης δηλαδή, η μια περιοχή καταναλώνει την άλλη διαδικασία όχι και τόσο καινούρια. Το κόλπο είναι δοκιμασμένο είναι δοκιμασμένο στον τομέα της διασκέδασης, όπου μετά την αναβάθμιση του Ψυρρή, ακολούθησε το Γκάζι αδειάζοντας το προηγούμενο», αναφέρει στην μπροσούρα του το «αυτοδιαχειριζόμενο στέκι αρχιτεκτονικής».

 Δημοσιεύτηκε στο thepaper.gr, 26 Mαρτίου 2013 – με τίτλο «Η Αθήνα… πεδίο πολιτικής διεκδίκησης».

Advertisements

«Υπομονή, μέχρι να ρολάρει το σύστημα»

slavery  Ήταν Σεπτέμβριος του 2012 όταν ο υπουργός Εργασίας Γιάννης Βρούτσης «πάγωνε» το ζήτημα της μετάβασης στην εξαήμερη εργασία σ’ όλες τις επιχειρήσεις επισημαίνοντας ότι οι διαπραγματεύσεις με την τρόικα (για τον μηχανισμό του κατώτατου μισθού, την «ευελιξία» στα ωράρια εργασίας, τη μείωση των αποζημιώσεων κ.α.) «συνεχίζονται». Μετά από την αναστάτωση που προκάλεσε εκείνο το περίφημο email της τρόικας (προς τα υπ. Οικονομικών και Εργασίας) με τις προτάσεις για τα εργασιακά, η κυβέρνηση επιλέγει πολιτική «συστολής»: κάθε φορά που επανέρχεται η συζήτηση, απαντά με φράσεις όπως «είναι νωρίς ν’ ανοίξουν νέα κεφάλαια στα εργασιακά», «πρέπει να αποτιμηθούν οι προηγούμενες αλλαγές» και με λοιπά παρόμοια, επιφυλακτικά σχόλια.

Ωστόσο, τουλάχιστον όσον αφορά την μετάβαση στην εξαήμερη εργασία, τα πράγματα φαίνονται να ξεκαθαρίζουν. Πολύ καλά πληροφορημένη πηγή δηλώνει ότι η εξαήμερη εργασία θα επεκταθεί σ’ όλες τις επιχειρήσεις, χωρίς να ξεπερνά το συμβατικό ωράριο των 40 ωρών. Το σημαντικό ζήτημα εδώ βέβαια, συνδυαστικά με τις ημέρες εργασίας, είναι το ωράριο· διότι οποιαδήποτε παραπάνω ώρα θεωρείται, σύμφωνα με το νόμο, υπερεργασία, και άρα πρέπει να πληρώνεται.

«Αυτό που ‘φοβόμασταν’ ήταν η επέκτασή του 6ημέρου στα εμπορικά καταστήματα, κάτι που προβλέπεται από το 3ο μνημόνιο, με το νόμο 4093/2012», σχολιάζει συνεργάτης του ΙΝΕ-ΓΣΕΕ. «Το 6ήμερο πρέπει να είναι απόρροια Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας· εφόσον όμως δεν υπάρχει συλλογική σύμβαση να καλύπτει τον εργαζόμενο, τότε ισχύει το 6ήμερο το οποίο πρέπει να απλώνεται στο συμβατικό ωράριο των 40 ωρών – οποιαδήποτε παραπάνω ώρα πρέπει να πληρώνεται», διευκρινίζει ο ίδιος συνεργάτης.

Η εξαήμερη εργασία, βέβαια, ρυθμιζόταν προηγουμένως με τον νόμο 3846/2010 με πρόβλεψη για προσαύξηση της αμοιβής του ημερομίσθιου κατά 30%, με εξαίρεση τις ξενοδοχειακές και επισιτιστικές επιχειρήσεις όπου καταβάλλεται απλά το ημερομίσθιο. Η σχετική συζήτηση, σύμφωνα με τον καθηγητή εργατικού δικαίου και συνεργάτη του ΙΝΕ/ΓΣΕΕ Γιάννη Κουζή, «εντάσσεται στη λογική της ελαστικής διευθέτησης του συνολικού εργάσιμου χρόνου με τη δυνατότητα αυξομείωσης των ωραρίων χωρίς την πληρωμή υπερωριών σύμφωνα με τις ανάγκες των επιχειρήσεων και κατόπιν συλλογικής συμφωνίας».

Στον κλάδο βέβαια του επισιτισμού, των τουριστικών επαγγελμάτων, οι εργασιακές συνθήκες είναι από καιρό «έτοιμες». Η εξαήμερη εργασία με 10 και 12 ώρες την ημέρα ήταν ήδη πραγματικότητα. Ο πρόεδρος της ΠΟΕΕ-ΥΤΕ Παναγιώτης Προύντζος δεν προλαβαίνει, όπως λέει, να ασχολείται με εργατικές διαφορές. «Στον κλάδο υπάρχουν άνθρωποι που δουλεύουν 10 και 12 ώρες με μεροκάματα κάτω από 30 ευρώ, μπορεί μέχρι και 20 ευρώ τη μέρα. Οι περισσότεροι από τους μισούς είναι ανασφάλιστοι. Ακόμη και κλαδική σύμβαση να υπογράφανε ορισμένες από τις εργοδοτικές οργανώσεις, δεν θα ήταν σε θέση να την εφαρμόσουν», σχολιάζει και συνεχίζει:

«Υπάρχουν πολλές περιπτώσεις στον χώρο των ξενοδοχειακών επιχειρήσεων όπου εργοδότες χρωστάνε χρήματα (επιδόματα αδείας κ.λπ) ενώ συχνό είναι πλέον το φαινόμενο όπου ‘εκβιάζουν’ για ατομικές συμβάσεις».

«Κάντε υπομονή, μέχρι να στρώσουν τα πράγματα»

Η Μιλένα Πάβλοβα αποτελεί ένα από τα πολλά παραδείγματα υποτιμημένης εργασίας (σε ταχυφαγείο μέσα στα PRAKTIKER), πολύ πριν την εποχή των μνημονίων· ένδειξη πως η κρίση προϋπήρχε, πριν ν’ αγγίξει τα ευρύτερα μεσαία στρώματα. «Δουλεύαμε 6 μέρες την εβδομάδα ενώ είχαμε υπογράψει σύμβαση για πέντε μέρες. Ανάλογα με τις ανάγκες του καταστήματος δουλεύαμε από 8 έως 14 ώρες. Μετά από αρκετά χρόνια ενώ δεν παίρναμε άδεια για καλοκαίρι (χαρακτηριστικά, μόλις μας προσέλαβε μας είπε ότι ‘ξεχάστε τις άδειες το καλοκαίρι’) και χωρίς να μας πληρώνει τις περισσότερες ώρες, τον κατήγγειλα στην επιθεώρηση Εργασίας», λέει η Πάβλοβα. Στην καταγγελία της, το αφεντικό «απάντησε» με μήνυση για υπεξαίρεση 19.000 ευρώ μέσα σε έξι μέρες. Ήθελε να την απολύσει χωρίς να πληρώσει αποζημίωση και λοιπά επιδόματα που χρωστούσε.

«Επειδή δεν είχε το απαιτούμενο προσωπικό κάποιοι έφευγαν από τη δουλειά γιατί δεν άντεχαν τις επιπλέον μέρες και ώρες. Πολλές φορές έπαιρνες ταξί μόλις τελείωνες τη βάρδια στο Ελληνικό για να πας στην Πειραιώς. Πάντα μας έλεγε ‘κάντε υπομονή μια εβδομάδα ακόμη, θα φέρω άτομα», θυμάται η Πάβλοβα.

Η τελευταία φράση θυμίζει κάπως την υπομονή που ζητούν οι μνημονιακές κυβερνήσεις κάθε φορά που η οικονομική ανάπτυξη είναι καθοδόν. Και ενώ συνεχίζονται τα πανηγύρια για τις επενδύσεις τύπου Cosco και τη συμφωνία της κινεζικής εταιρείας με την ΤΡΑΙΝΟΣΕ και την Hewlett Packard, οι εργασιακές συνθήκες αποδεικνύονται διαφορετικές.

Ο Δημήτρης Μπατσούλης, πρώην εργαζόμενος (βοηθός χειριστή ανυψωτικού μηχανήματος), στην προβλήτα ΙΙ του ΟΛΠ όπου δραστηριοποιείται η Cosco, «είδε και απόειδε» να «κυνηγήσει» το δίκιο του και να δημοσιοποιήσει όχι μόνο την ιστορία του αλλά και το καθεστώς που φέρουν οι επενδύσεις που επιχαίρει η κυβέρνηση Σαμαρά.

Έχοντας προσληφθεί από την υπεργολαβική επιχείρηση Διακίνηση Α.Ε. η οποία νοικιάζει εργαζομένους στη θυγατρική της Cosco, ΣΕΠ Α.Ε., ο Mπατσούλης βρισκόταν σε μια συνεχή ετοιμότητα ώστε να δουλέψει όποτε και για όσο του ζητηθεί. Χωρίς να υπάρχουν τα προβλεπόμενα προγράμματα εργασίας, τόσο για ενημέρωση των εργαζομένων όσο και προς γνώση της Επιθεώρησης Εργασίας Πειραιά ή Κερατσινίου, τα γραπτά μηνύματα που στέλνονταν στο κινητό του αποτελούσαν ειδοποίηση για βάρδια, πολλές φορές ακόμη και δυο ώρες πριν την έναρξή της. Χωρίς να ξέρει το ρεπό του, αναγκαζόταν να δουλέψει μέχρι και 12 συνεχόμενες μέρες χωρίς ρεπό και εντωμεταξύ να είναι ταυτόχρονα πρωινή και βραδινή βάρδια.

Σε διάστημα δύο μηνών οι εργαζόμενοι είχαν υπογράψει τρεις ατομικές συμβάσεις διαφορετικές μισθολογικά, μια εκ περιτροπής και την ίδια μέρα μία αορίστου χρόνου. Στην πρώτη περίπτωση το πρόγραμμα δεν τηρήθηκε ποτέ ενώ στη δεύτερη οι υπερωρίες δεν πληρώθηκαν σύμφωνα με τη συλλογική σύμβαση των χειριστών που έληγε το 2012. Υπό αυτές τις συνθήκες ο Μπατσούλης θέλησε να συστήσει σωματείο για να διεκδικήσει τα νόμιμα, ωστόσο, απολύθηκε. Το πόρισμα της Επιθεώρησης Εργασίας που ακολούθησε, και ενώ αναμένεται η σχετική δικαστική απόφαση, ήταν «καταπέλτης» καθώς υποδεικνύει στον εργοδότη την τακτοποίηση των οφειλόμενων προσαυξήσεων, κάνει λόγο για «καταδολίευση του θεσμού της μερικής-εκ περιτροπής απασχόλησης και, τέλος, αναφέρεται στον καταχρηστικό χαρακτήρα της απόλυσης λόγω συνδικαλιστικής δράσης.

cosco_batsoulis

Δ. Μπατσούλης
Φωτό: Eirini Vourloumis – International Herald Tribune

«Όλοι δουλεύαμε για το ίδιο αντικείμενο με διαφορετικά μισθολόγια· δίπλα μου ήταν υπάλληλος της ‘Διακίνησης’, παραδίπλα μου υπάλληλος της Cosco», σχολιάζει ο Μπατσούλης και συνεχίζει: «Αν η Cosco είχε πρόβλημα μ’ αυτά που συνέβαιναν με μας θα μπορούσε να θέσει βέτο. Ωστόσο, το μόνο που την ένοιαζε ήταν να βγει με όποιον τρόπο η επένδυσή της».

«Δεν υπήρχε τρόπος να φτάσουν οι καταγγελίες μου στα ΜΜΕ: τα περισσότερα είναι συστημικά και δεν θα μπορούσαν να δημοσιεύσουν κάτι που πλήττει τις επενδυτικές επαγγελίες της κυβέρνησης. Τελικά κατάφερα να έρθω σ’ επαφή με τους New York Times και να δημοσιευτεί η ιστορία μου. Nα σημειώσω εδώ ότι μετά από τη δημοσιότητα που πήρε το θέμα, βγήκε, όπως μου λένε, κάποιο τυπικό πρόγραμμα ενώ πλέον δεν στέλνουν στους εργαζομένους γραπτά μηνύματα στο κινητό, διότι χρησιμοποιήθηκαν στο δικαστήριο ως αποδεικτικό στοιχείο στη δική μας υπόθεση».

Στον δημοσιογραφικό κλάδο και συγκεκριμένα σε ιστοσελίδες εφημερίδων, οι εξελίξεις δεν αφήνουν ασυγκίνητους τους εργοδότες. Οι ατομικές συμβάσεις με 6ήμερη εργασία έχουν ήδη κάνει την εμφάνισή τους· για να σταθούν νέα ή παλιά εγχειρήματα γίνονται θερμές παρακλήσεις («παλιά τους τέχνη κόσκινο»)  από διευθυντές και συμβούλους για περισσότερη δουλειά: «ώσπου να στρώσουν τα πράγματα» […] «μέχρι να ρολάρει το σύστημα» κ.λπ. Ακόμη και «ανθεκτικά» στη δουλειά άτομα έχουν να λένε:

«Δεδομένου ότι για να βγάζω τα προς το ζην αναγκάζομαι να κάνω και δεύτερη δουλειά μέσα στην εβδομάδα, με αποτέλεσμα να χαρακτηρίζουν την καθημερινότητά μου εξαντλητικοί ρυθμοί, κακά τα ψέματα, μία μέρα ανάπαυσης την εβδομάδα δεν αρκεί (φτάνει να υπολογίσει κανείς τη συσσωρευμένη κούραση της εβδομάδας σε συνδυασμό με εκκρεμείς υποχρεώσεις τις οποίες περιμένει κανείς να διεκπεραιώσει ένα Σάββατο, μία Κυριακή, είτε είναι γραφειοκρατικές, είτε οικογενειακές). Και αυτό είναι κάτι το οποίο θα έπρεπε πρωτίστως να απασχολεί τον εργοδότη μου, με την έννοια της αποδοτικότητας και μόνο, του καθενός από εμάς», λέει ο Π., δημοσιογράφος που καλύπτει πολιτικό ρεπορτάζ. Καταλήγει:

«Ένας ξεκούραστος εργαζόμενος είναι και ένας αποδοτικός εργαζόμενος. Όσο χαλάει το πράγμα στο πρώτο σκέλος, άλλο τόσο χαλάει και στο δεύτερο. Απλά μαθηματικά. Κι αν κανείς ισχυρίζεται πως όσο περισσότερο δουλεύει ένας εργαζόμενος, τόσο καλύτερος γίνεται, εν προκειμένω έχω να πω: Οι 5 μέρες την εβδομάδα είναι αρκετές για την εξέλιξή μου. Η 6η μέρα είναι αρκετή μόνο και μόνο για να μην παίρνω τελικώς ανάσα, με ό,τι αυτό συνεπάγεται».
Δημοσιεύτηκε στο thepaper.gr, 4 Mαρτίου 2013 – με τίτλο «6ήμερη εργασία… παντού».

Αρέσει σε %d bloggers: