Delirium

C'est de la racaille ? Eh bien, j'en suis ! – Alèssi Dell'Umbria

Month: Φεβρουαρίου, 2013

Για το μαχαίρωμα στο Παλαιό Φάληρο (28-1-2013)

Το ότι η Χρυσή Αυγή επένδυσε στις επιθυμίες των μικροαστών που φτωχοποιούνται, είναι γεγονός. Το ότι εξαργυρώνει με αίμα τις ανασφάλειες και τον ρατσισμό που προϋπήρχε, είναι επίσης γεγονός. Κι ενώ πολιτικά υπολείμματα εκφέρουν ανοιχτά και χωρίς κόστος υποστηρικτικές δηλώσεις προς τη δολοφονική συμμορία, σε διάφορες γειτονιές της Αθήνας διεξάγεται σκληρή πάλη: φασιστοειδή επιτίθενται σε μαθητές οι οποίοι εκφέρουν αντιφασιστικό λόγο· κάπως πρέπει κι αυτοί να μιλήσουν για την κρίση της γενιάς τους.

Μαρτυρία (ηχητικό 1) για το μαχαίρωμα του μαθητή στο Παλαιό Φάληρο στις 28-1-2013 αποτυπώνει την οργάνωση που επιδεικνύουν σε ορισμένα σχολεία οι φασίστες της Χρυσής Αυγής (ηχητικό 2). Παράλληλα, περιγράφεται (ηχητικό 3) πώς τέτοια θέματα παίρνουν μια τροπή εσωτερίκευσης από δασκάλους, συλλόγους γονέων όσο και από τους δημοτικούς άρχοντες – εν προκειμένω τον δήμαρχο Παλαιού Φαλήρου.

Η φασιστική βία συνεχίζει να μην κατονομάζεται, για πολιτικούς λόγους. Είναι μια δουλειά όμως που πρέπει να γίνει, για πολιτικούς πάλι λόγους.

★ τα ηχητικά ★

1

2

3

 

 

 

 

Αν ο πάτος (αποφασίσει να) σαπίσει

Senegal_Flag   Ας μην έχουμε αυταπάτες: ο καπιταλισμός, σαν διαδικασία παραγωγής με εκμεταλλευτές και εκμεταλλευόμενους (κεφάλαιο – εργασία), συνεχίζει και θα συνεχίσει να υπάρχει, όσο βέβαια του επιτρέπει η ένταση των ατομικών και συλλογικών αγώνων που θα τον αμφισβητήσουν στα σημεία της ιδεολογικής ηγεμονίας του και, όπου, σαν παράσιτα τον υπονομεύσουν: στα δίκτυα των υλικών σχέσεων που υφαίνει με άξονα το κέρδος. Η ανατροπή του (ή οι πληγές που θα μετρήσουν οι εκάστοτε τοποθετήσεις/επανεμφανίσεις των αφεντικών) είναι μια αλληλουχία ζυμώσεων, συνειδήσεων, μοριακών και κοινωνικών εξεγέρσεων, είναι κομμάτι της ροής της ιστορίας· είμαστε τόσο μικροί μέσα σ’ αυτή τη ροή κι όμως η φαντασία και οι επιθυμίες μας λειτουργούν ως πολλαπλασιαστές (είναι και της μόδας τώρα) των υπαρξιακών μας αναζητήσεων, διεκδικήσεων και αντιδράσεων – της πολιτικής μας συγκεκριμένα ικανότητας, σήμερα – τώρα.

Στην παρούσα φάση οι διεκδικήσεις που για ορισμένους παίρνουν τη μορφή άμυνας, εμφανίζουν έναν έντονο αντικρατισμό που προκαλείται και μεγεθύνεται με γεωμετρική πρόοδο από την πρωτοφανή αστυνομική επιτήρηση και καταστολή όχι μόνο ατόμων και ομάδων από τον ευρύτερο αντιεξουσιαστικό χώρο (κυρίως όμως από εκεί) αλλά και από υπόλοιπα κομμάτια των φτωχοποιημένων και φτωχοποιούμενων στρωμάτων, πρώην μικρομεσαίων αστών που η πολιτική τους συμπεριφορά έφτανε στο ζενίθ με την εκλογική διαδικασία και τα παρελκόμενά της (διορισμοί και οικονομικές πρόσοδοι ως κοινωνικό στάτους). Πλέον, έχουμε μια συγκεκριμένη καταστολή ως ρητή υπόσχεση από τις μνημονιακές κυβερνήσεις οι οποίες, να μην το ξεχνάμε, είναι συστημικοί συνεχιστές της βρωμιάς της νεοελληνικής μεταπολίτευσης. Κομβικά πρόσωπα των προηγούμενων κοινοβουλίων συνεχίζουν το ρόλο τους (και από δεξιά και από αριστερά) ως κρατικοί αξιωματούχοι που συνομιλούν και συνεργάζονται με επίσης κομβικά πρόσωπα του κεφαλαίου που πρωταγωνίστησε όλη την προηγούμενη περίοδο. Με λίγα λόγια, ο ντόπιος κεφαλαιοκρατισμός παραμένει ισχυρός με τη διαφορά ότι τώρα χρειάζεται να διαπραγματευτεί τη θέση του σ’ ένα διεθνές περιβάλλον κρίσης (δηλαδή κάνοντας περισσότερο παρέα με το διεθνές χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο και τις παραφυάδες του).

Η πληθώρα των μπάτσων, ένστολων και ασφαλιτών, η ένταση των επιθέσεών τους σε καταλήψεις και στέκια αναρχικών, αριστεριστών, αυτόνομων και εναντίον μεταναστών αποδεικνύεται καθημερινά και απροκάλυπτα. Δεν χρειάζεται ιδιαίτερο ψάξιμο, αρκεί μια ματιά σε γειτονιές της Αθήνας οι οποίες «αναβιώνουν», αυτή τη φορά αποτελώντας συγκρουσιακά πεδία της χωροχρονικής οργάνωσης της κοινωνικής ζωής· η προστασία μεταναστών αλλά και καταλήψεων είναι πολιτικό διακύβευμα σε περιοχές όπως ο Άγιος Παντελεήμονας, η πλατεία Βικτωρίας, Αμερικής κλπ. Οι τελευταίες αμφιβολίες για το που μπορεί να φτάσει η μονοπωλιακή κρατική βία διαλύθηκαν με τα βασανιστήρια των αντιφασιστών από τους μπάτσους χρυσαυγίτικης κοπής καθώς και με το θανατηφόρο κυνήγι της «άκακης» δημοτικής αστυνομίας εναντίον του Μπαμπακάρ Ντιάε στο σταθμό του Θησείου. Η αλληλουχία αυτών και άλλων περιστατικών δείχνει ότι η καταστολή με το αστυνομικό αβάντζο στον κάθε λογής φασίστα και κρυφοφασίστα (όποιον «νοικοκυραίο» δηλαδή έχει «άκρες» στο κράτος) επιβάλλεται ως τρόπος ζωής. Οι προσαγωγές με τη μορφή απαγωγής σε κάθε ευκαιρία και περιπτώσεις όπως του Θοδωρή Ηλιόπουλου, διαμορφώνουν ένα περιβάλλον από τη μια φοβικό, από την άλλη εξεγερσιακό.

Αν οι διυποκειμενικές σχέσεις στο κουφάρι της «ελληνικής κοινωνίας» συνεχίσουν να «κουμπώνουν» στο ιδεολογικοπολιτικό σχήμα της φυλακής με όρους βασανιστηρίων και πολιτικού σωφρονισμού, τότε αυτοκτονίες όπως του 33χρονου Βαγγγέλη Σταμούλια δεν θα μείνουν απλά ως ιστορικά ενθύμια μιας εποχής «στρατηγικής της έντασης» ή ενός κράτους που παρέα με το κεφάλαιο αποκλείει και επιτίθεται σε οποιονδήποτε επιδεικνύει ανυπακοή· αυτοκτονίες σαν κι αυτές ήδη επωάζονται συστημικά μέσα από τον φόβο που παύει να είναι ένα συναίσθημα: είναι πλέον μια κατασκευασμένη παθογένεια που ως αυτοεκπληρούμενη προφητεία οδηγεί σε κοινωνική νέκρωση· «φοβάμαι τη σύλληψη, μπορεί να μην φοβάμαι το ξύλο, αλλά δεν γουστάρω να πάω φυλακή ούτε για μισό δευτερόλεπτο, δεν θα το αντέξω» – συνηθισμένες σκέψεις που εύκολα μοιράζονται, τη φυλακή όμως δύσκολα τη «μοιράζεσαι». Υπάρχουν αρκετοί που δίκαια δεν θέλουν και δεν ανέχονται πλέον να βλέπουν μπάτσο, ούτε ζωγραφιστό. Οι νεότερες γενιές βέβαια, αυτοί δηλαδή που τώρα είναι μαθητές, δείχνουν ότι είναι πολύ πιο ανθεκτικές απέναντι στην κρατική τρομοκρατία – αρκεί κάποιος να δει τα μάτια τους στον δρόμο.

Ο αντικρατισμός δίκαια εκδηλώνεται όπου εκδηλώνεται. Ενάντια σ’ ένα κράτος το οποίο στο απόγειο του εκφασισμού του αφήνει νεκρούς ενώ νομιμοποιεί/παρανομοποιεί (όψεις του ίδιου νομίσματος) κατά βούληση και με συγκεκριμένες προθέσεις. Προθέσεις που αφορούν βέβαια τη διατήρηση ισχύος των ντόπιων κεφαλαιούχων και τη συνεργασία τους με τους «ξένους». Αυτό που έχει σημασία άλλωστε είναι το μοίρασμα των υλικών πόρων που γίνεται συνήθως στην πλάτη του πάτου του βαρελιού, των προλετάριων, μεταναστών και ντόπιων. Κάθε βαρέλι όμως παύει να είναι βαρέλι, αν ο πάτος του (αποφασίσει να) σαπίσει.

Αρέσει σε %d bloggers: