*μια παλιά απάντηση σε φιλική ερώτηση

by csyllas

Κοίτα τώρα· επειδή με ρωτάς πού με βλέπω στο κάδρο που κι εσύ νομίζεις ότι είσαι, θα σου πω το εξής: δεν είμαι σχεδόν πουθενά αν δεν είσαι μαζί μου ή, για να στο θέσω -τάχα μου- καλύτερα: ντύνομαι τα ρούχα που σ’ εγκατέλειψαν και μετεωρίζομαι στα οδοφράγματα που λήγουν τα βουβά λόγια. Τα λόγια που κάνουν στάχτη το σαράκι που κρυφογελούσε υπόγεια· για εμάς μιλάω, όχι για όλους.

Δεν είναι ο δρόμος «ένας», δεν είναι αυτός που μας ενώνει – έτσι λένε όμως. Μα στα στενά, οι φλέβες της πόλης φουσκώνουν την καρδιά μου· και από εκεί, μέσα στη στοά σου, ερωτική αντήχηση, ακούραστα πυροτεχνήματα. Πριν βγω από δω, θα σε φιλήσω, μου επιτρέπεις; να πάρω λίγο αέρα θέλω, θα ξανάρθω.

Είσαι η πόλη μου, δεν είναι έτσι; Τρώω από χέρια που ταξιδέψαν στο θάνατο και δεν έχω ψυχή να τους πω. Ρωτάω σε ξενοδοχεία που ψιθυρίζουν βράδυ-πρωί, αν ήρθες, αν έμεινες και πότε έφυγες. Μη φύγεις μωρό μου, έχουμε να βάλουμε φωτιές ακόμα. Θα βγει κι ο ήλιος σε λίγο, ν’ ανεβούμε στην ταράτσα και να γυρίσουμε τις κεραίες τους προς την ανατολή, να κατέβουμε στο πεζοδρόμιο και εκεί στο πρώτο παγκάκι που θα βρούμε, να πιούμε ένα κρασί.

Στο νότο λένε οι σκηνές κόβονται απότομα γιατί το μεθύσι περνάει. Μα θα πιούμε και πάλι. Κοίτα τώρα·

Advertisements